Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Ο θείος του Wittgenstein, Joseph Joachim








by Philip Alexius de László, 1903




Ο Joseph Joachim (28 Ιουνίου 1831 - 15 Αυγούστου 1907) ήταν Ούγγρος βιολονίστας, μαέστρος, συνθέτης και δάσκαλος. Υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης του Johannes Brahms και θεωρείται ευρέως ως ένας από τους πιο σημαντικούς βιολονίστες του 19ου αιώνα.

Γεννήθηκε στο Kittsee, κοντά στην Μπρατισλάβα, στην περιοχή Burgenland της Αυστρίας. Ήταν το έβδομο από τα οκτώ παιδιά του Julius και της Fanny  Joachim. Ο Julius  ήταν έμπορος μαλλιού, εβραϊκής καταγωγής. Ο Joseph ήταν πρώτος εξάδελφος της Fanny Wittgenstein, που ήταν μητέρα του Karl Wittgenstein και γιαγιά του φιλοσόφου Ludwig και του πιανίστα Paul Wittgenstein.







Herman και Fanny Wittgenstein,
                         με τα έντεκα παιδιά τους.                         
Ο Karl, πατέρας του Ludwig,
δεύτερος από αριστερά.
 

 
Το 1833 η οικογένειά του μετακόμισε στην Pest, όπου σπούδασε βιολί με τον Stanisław Serwaczyńsk, πρώτο βιολί στην Όπερα της Πέστης. Το 1839, σε ηλικία 7 ετών, συνέχισε τις σπουδές του στο Ωδείο της Βιέννης με τους Miska Hauser, Georg Hellmesberger, και τον σπουδαίο Joseph Böhm.



 
 

Λίγο αργότερα, προσκεκλημένος  της εξαδέλφης του Fanny Wittgenstein πήγε να ζήσει και να σπουδάσει στη Λειψία, όπου έγινε προστατευόμενος του μουσουργού Felix Mendelssohn. Η ερμηνεία του δωδεκάχρονου Joachim στο Concerto για βιολί  του Beethoven στο Λονδίνο το 1844, υπό τη διεύθυνση του Μέντελσον, έτυχε τόσο  θριαμβευτικής υποδοχής που στάθηκε σταθμός για την μετέπειτα καλλιτεχνική πορεία του. Από τότε ο Joachim παρέμεινε ένας από τους αγαπημένους του αγγλικού κοινού μέχρι το τέλος της σταδιοδρομίας του.


 


Felix Mendelssohn, (1809-1847)
 
by Wilhelm Hensel

 
Μετά το θάνατο του Mendelssohn το 1847, ο Joachim έμεινε για λίγο στη Λειψία, όπου δίδαξε στο Ωδείο της. Το 1848, ο Franz Liszt εγκαταστάθηκε στη Βαϊμάρη, αποφασισμένος να αποκαταστήσει τη φήμη της πόλης ως “η Αθήνα της Γερμανίας”. Εκεί, μάζεψε έναν κύκλο νέων avant-garde μαθητών, αντίθετων προς τον μουσικό συντηρητισμό του κύκλου της Λειψίας. Ο Joachim ήταν μεταξύ των πρώτων. Υπηρέτησε ως εξάρχων (πρώτο βιολί) τον Liszt και για αρκετά χρόνια αγκάλιασε  με ενθουσιασμό τη νέα "ψυχολογική μουσική", όπως την αποκαλούσε. Το 1852 μετακόμισε στο Ανόβερο, ενώ ταυτόχρονα διαχώρισε τον εαυτό του από τα μουσικά ιδεώδη της «Νέας Γερμανικής Σχολής» (Liszt, Richard Wagner, Hector Berlioz και τους οπαδούς τους) και εντάχθηκε σε αντίθετο κοινό μέτωπο με τους Robert Schumann, Clara Schumann και Johannes Brahms.



 

Johannes Brahms και Joseph Joachim



Η ρήξη με τον Liszt κατέστη οριστική τον Αύγουστο του 1857, όταν ο Joachim έγραψε στον πρώην μέντορά του: “Κάθε άλλο παρά συμπαθώ τη μουσική σας. Έρχεται σε αντίθεση με ό, τι, από τις αρχές των νεανικών μου χρόνων έχω λάβει ως ψυχική τροφή από το πνεύμα των μεγάλων δασκάλων μας”.


 


Fotografia ca. 1859.
Standing from left: Alfred Piatti, Henryk Wieniawski,
Joseph Joachim, (?), Heinrich Wilhelm Ernst (sitting)

 
Η περίοδος που ο Joachim έζησε στο Ανόβερο ήταν η πιο γόνιμη  του συνθέτη. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, έλαβε μέρος σε πολλά ρεσιτάλ από κοινού με την Clara Schumann και τον Brahms


 



Joseph Joachim and Clara Schumann, 1854 
by Adolf Friedrich Erdmann von Menzel


Το 1860 ο Brahms και ο Joachim έγραψαν από κοινού ένα μανιφέστο ενάντια στην «προοδευτική» μουσική της «Νέας Γερμανικής Σχολής». Το μανιφέστο έτυχε ανάμεικτης υποδοχής και σε μεγάλο βαθμό χλευάστηκε από τους οπαδούς του Wagner.

 
*
 

Ο Μπραμς αντιτάχθηκε στον ριζοσπαστισμό των πρωτοπόρων συνθετών Λιστ και Βάγκνερ και δέχτηκε επιθέσεις από τους οπαδούς τους. Προτού φτάσει στο τέλος της ζωής του, μεγάλο μέρος αυτής της πολεμικής είχε καταλαγιάσει. Μουσικοί και ακροατές είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν ότι μπορεί κανείς να αγαπά τη μουσική που γεννήθηκε και στα δύο αντιμαχόμενα ιδεολογικά στρατόπεδα.





Joseph Joachim και Franz Liszt,
Η Συμφιλίωση, Λονδίνο, 1886
 
 
*

Στις 10 Μαΐου του 1863 ο Joachim παντρεύτηκε την κοντράλτο Amalie Schneeweiss (1839-1899). Η Amalie άφησε την πολλά υποσχόμενη σταδιοδρομία της ως τραγουδίστρια της όπερας και γέννησε έξι παιδιά. Συνέχισε, ωστόσο, να τραγουδά σε Oρατόρια και να ερμηνεύει Lieder






Το 1865 ο Joachim εγκαταλείπει την υπηρεσία του στον Βασιλιά του Ανόβερου, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, όταν η  Όπερα αρνήθηκε να συμπεριλάβει τον μουσικό Jakob Grün στην ορχήστρα της  λόγω της εβραϊκής καταγωγής του. Το 1866, ο Joachim μετακόμισε στο Βερολίνο, όπου είχε προσκληθεί για να βοηθήσει στη σύσταση ενός νέου τμήματος της Royal Academy of Music. Εκεί έγινε ο διευθυντής της Hochschule für ausübende Tonkunst (Ακαδημία Εκτέλεσης της Μουσικής Τέχνης).


 


 
 

 
Την Μεγάλη Παρασκευή, 10 Απριλίου του 1868, ο Joachim και η σύζυγός του συνόδευσαν το φίλο τους Johannes Brahms, σε έναν  από τους μεγαλύτερους θριάμβους του, την πρώτη, πλήρη, επίσημη εκτέλεση του «Γερμανικού Ρέκβιεμ» του Μπραμς,  στον Καθεδρικό Ναό της Βρέμης. Η Amalie τραγούδησε το “I Know that My Redeemer Liveth” και o Joseph  έπαιξε το Abendlied του Schumann. Ήταν μια λαμπρή ευκαιρία, κατά την οποία συνευρέθηκαν περίπου εκατό φίλοι του συνθέτη, μεταξύ των οποίων οι Joachims, η Clara Schumann, οι Dietrichs, Max Bruch και άλλοι.

 


 
*




 
Αδιευκρίνιστη παραμένει η σχέση της Κλάρας Σούμαν με τον συνθέτη Γιοχάνες Μπραμς, μετά τον θάνατο του Σούμαν το 1856 από σύφιλη. Ο νεαρός Μπραμς γνώριζε το ζεύγος Σούμαν από το 1853 και ο Σούμαν είχε παρουσιάσει το έργο του στο μουσικό περιοδικό που διηύθυνε. Από το 1854 οι σχέσεις του Μπραμς με την Κλάρα έγιναν αρκετά στενές και όπως μαρτυρείται από την αλληλογραφία τους, ο συνθέτης ήταν ερωτευμένος μαζί της.






 
*

Το 1869, δημιουργήθηκε από τον Joachim το Joachim String Quartet,  το οποίο κέρδισε γρήγορα τη φήμη ως το καλύτερο της Ευρώπης. Τα υπόλοιπα μέλη του Κουαρτέτου ήταν ο Karel Halíř (2ο βιολί), Emanuel Wirth (βιόλα) και Robert Hausmann (τσέλο).




Το περίφημο Joachim String Quartet.
Από αριστερά: 
Robert Hausmann (τσέλο), Joseph Joachim (1o βιολί),
 Emanuel Wirth (βιόλα), Karel Halíř (2ο βιολί).






Το 1884, ο Joachim και η σύζυγός του χώρισαν αφού ο πρώτος πείστηκε ότι η Amalie είχε σχέση με τον εκδότη Fritz Simrock. Ο Brahms, βέβαιος ότι οι υποψίες του φίλου του ήταν αβάσιμες, έγραψε μια επιστολή συμπάθειας προς την Amalie, την οποία αργότερα ο Joachim χρησιμοποίησε  ως αποδεικτικό στοιχείο εναντίον της κατά την διαδικασία του διαζυγίου. Αυτό οδήγησε στην ψύχρανση των φιλικών σχέσεων του Μπραμς και του Joachim, η οποία δεν αποκαταστάθηκε παρά μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Μπραμς συνέθεσε το Διπλό Κοντσέρτο  σε λα ελάσσονα για βιολί και βιολοντσέλο, Έργ. 102, ως προσφορά ειρήνης στον παλιό του φίλο. Ήταν συν-αφιερωμένο στους πρώτους ερμηνευτές, Joseph Joachim και Robert Hausmann.

Στις 16 Απριλίου 1889, ο Joseph Joachim παρουσίασε στην Αγγλία ένα  από τα διάσημα βιολιά  Stradivarius με δοξάρι Tourte  που ανήκαν κάποτε στον Raphael Georg Kiesewetter. Στα τέλη του 1895, οι Brahms και Joachim ήταν παρόντες στα εγκαίνια του νέου Tonhalle της Ζυρίχης, στην Ελβετία, όπου ο Brahms διηύθυνε  και ο Joachim ήταν βοηθός μαέστρος. Όμως, τον Απρίλιο, δύο χρόνια αργότερα, ο Joachim έμελλε  να χάσει για πάντα τον σεβαστό φίλο του, όταν ο Johannes Brahms πέθανε σε ηλικία 64 ετών στη Βιέννη. Στο Meiningen, τον Δεκέμβριο του 1899 ο Joachim έβγαλε λόγο στα αποκαλυπτήρια αγάλματος του Brahms.
Κατά τη διάρκεια του 1899, ο Joachim κλήθηκε να γίνει πρόεδρος του νεοσύστατου Oxford & Cambridge Musical Club, στο Λονδίνο. Παρέμεινε πρόεδρος του μέχρι το θάνατό του.






Joseph Joachim
published by Berlin Photographic Co, after John Singer Sargent
photogravure, 16 May 1904

© National Portrait Gallery, London

Δύο πορτραίτα  του Joachim έγιναν από τον Philip de László. Ένα πορτρέτο του, ζωγραφισμένο από τον John Singer Sargent, παρουσιάστηκε στον ίδιο το 1904 κατά τον εορτασμό των εξήντα χρόνων του από την πρώτη εμφάνισή του στο Λονδίνο. Στο Βερολίνο, μια μεγάλη συναυλία έλαβε χώρα, στην οποία οι μαθητές του του παρελθόντος και του παρόντος, 116 βιολονίστες (βιολονίστας ή βιολιστής=που παίζει βιολί) και βιολίστες (βιολίστας=που παίζει βιόλα), με 24 τσελίστες, έπαιξαν υπό τη διεύθυνση του Fritz Steinbach. Η μεγάλη στιγμή της γιορτής ήρθε όταν ο Joachim, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, απάντησε στην αυθόρμητη αίτηση του κοινού να παίξει το «Concerto για βιολί σε ρε μείζονα» του Μπετόβεν.

Ο Joachim παρέμεινε στο Βερολίνο μέχρι το θάνατό του το 1907.

Ανάμεσα στα πιο αξιοσημείωτα επιτεύγματα του Joachim ήταν οι αναβιώσεις των Σονατών και παρτιτούρων του Μπαχ για σόλο βιολί, BWV 1001-1006, και ειδικότερα του Μπετόβεν το Κοντσέρτο για βιολί σε ρε μείζονα, Op. 61. Ο Joachim ήταν  ο δεύτερος βιολονίστας που έπαιξε το Κοντσέρτο για βιολί σε μι ελάσσονα του Mendelssohn, το οποίο μελέτησε και διδάχτηκε από τον ίδιο τον συνθέτη. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην σταδιοδρομία του Brahms και παρέμεινε ένας ακούραστος υπέρμαχος των συνθέσεων του, σε όλες τις αντιξοότητες της φιλίας τους. Διηύθυνε την αγγλική πρεμιέρα της Συμφωνίας αρ. 1 σε ντο ελάσσονα του Μπραμς.

Περισσότερα για τα μουσικά επιτεύγματα του Joseph Joachim εδώ.

*

Στο Βερολίνο, στις 17 Αυγούστου 1903, ο Joachim έκανε πέντε ηχογραφήσεις  για την  The Gramophone & Typewriter Ltd (G&T), οι οποίες παραμένουν ένα συναρπαστικό ντοκουμέντο και πολύτιμη πηγή πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο παιξίματος του βιολιού κατά τον 19ο αιώνα. Οι ηχογραφήσεις αυτές θεωρούνται από τις πρώτες που έχουν γίνει από διακεκριμένο βιολιστή.







ηχογράφηση: 1903

 

 
 
 
 
 
 

 

http://josephjoachim.com/


 


 

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου


Σκηνές από την ταινία The Oxford Murders 







"-Τι είναι εκεί;

-Ένας άνδρας!

- Τι; Είναι νεκρός;

- Όχι κύριε.

Γράφει!

-Επανέλαβε!

-Γράφει,

Κύριε, γράφει σε
ένα σημειωματάριο!"

-Αυτός ο άνδρας δεν
ήταν τρελός.

Έγραφε, με τις οβίδες να περνούν γύρω του,
επειδή δε μπορούσε να περιμένει.

Το περιεχόμενο ήταν πολύ σημαντικό
να το αφήσει για αργότερα.

Έπρεπε να το κάνει όσο το
μυαλό του, του υπαγόρευε.

Δε μπορούσε να το
αφήσει ούτε στιγμή.

Τι ήταν τόσο σημαντικό
που ρίσκαρε τη ζωή του;

Τι έγραφε και δε σηκώθηκε
να τρέξει, όπως οι άλλοι;

Η "Λογικο-Φιλοσοφική Πραγματεία",
ένα από τα σημαντικότερα
φιλοσοφικά κείμενα του 20ου αιώνα.

Αυτός ο στρατιώτης ήταν
ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν,

αυτός που έθεσε
όρια στις σκέψεις μας.

Το αίνιγμα που προσπάθησε
να αποκρυπτογραφήσει
ήταν το εξής:

Μπορούμε να
γνωρίζουμε την αλήθεια;

Όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι της ιστορίας
διέδιδαν μια βεβαιότητα, που κανείς
δεν μπορεί να αντικρούσει,
όπως "δύο συν δύο ίσον τέσσερα".

Προκειμένου να βρει την αλήθεια,
ο Βιτγκενστάιν χρησιμοποιούσε,
στην πραγματικότητα,
μαθηματική λογική.

Τι καλύτερο
να βρεις μία βεβαιότητα
σε μία αμετάβλητη γλώσσα,
απελευθερωμένη από τα πάθη;

Προχώρησε αργά,
χρησιμοποιώντας εξισώσεις,
με άψογη μέθοδο, έως ότου κατέληξε
σε ένα τρομακτικό συμπέρασμα:

Δεν υπάρχει τέτοια αλήθεια
έξω από τα μαθηματικά.

Δεν υπάρχει τρόπος
να βρεθεί μία απόλυτη αλήθεια, 
ένα αδιάσειστο επιχείρημα,
που να μπορεί να δώσει
απάντηση στην ανθρωπότητα.

Επομένως η φιλοσοφία πέθανε.

Επειδή
"Για ότι δε μπορούμε να μιλήσουμε,
πρέπει να σιωπούμε."

...

Φαίνεται πως κάποιος
επιθυμεί να μιλήσει.

Φαίνεται πως δε συμφωνείτε
με τον Βιτγκενστάιν.

Αυτό σημαίνει ότι είτε βρήκατε
αντιφάσεις στα επιχειρήματα
της πραγματείας, είτε έχετε να
μας πείτε κάποια απόλυτη αλήθεια.

-Πιστεύω στον αριθμό π.

-Με συγχωρείτε, δε σας κατάλαβα.

Τι ήταν αυτό που είπατε
στο οποίο πιστεύετε;

-Στον αριθμό π, στη Χρυσή Τομή,
στην ακολουθία Φιμπονάτσι.

Η ουσία της φύσης είναι μαθηματική

Υπάρχει μια κρυμμένη έννοια
πίσω από την πραγματικότητα.

Όλα είναι οργανωμένα με ένα πρότυπο,
ένα σχέδιο, μια λογική ακολουθία.

Ακόμα και μία
μικροσκοπική χιονονιφάδα
περιλαμβάνει μια αριθμητική
βάση στη δομή της.

Συνεπώς,
αν καταφέρουμε να ανακαλύψουμε
το μυστικό νόημα των αριθμών,
θα μάθουμε τη κρυφή αλήθεια
της πραγματικότητας.

-Εντυπωσιακό!

Μεταφράζοντας τα λόγια του σε
αγγλικά της Βασίλισσας,
βρισκόμαστε αντιμέτωποι
με μια νέα υπεράσπιση των μαθηματικών,

σαν οι αριθμοί να προϋπήρχαν των
ιδεών στην πραγματικότητα.

Δεν είναι κάτι καινούριο.

Αφού το άτομο είναι ανίκανο στη
συμφιλίωση του μυαλού και της ύλης,

τείνει να παρέχει κάποιο
είδος οντότητας στις ιδέες,

επειδή δεν μπορεί να αντέξει την
αντίληψη του αμιγώς αφηρημένου
που υπάρχει μόνο στον εγκέφαλό μας.

Η ομορφιά και η
αρμονία της χιονοστιβάδας.

Πόσο γλυκό!

Η πεταλούδα που κυματίζει τα φτερά της
και προκαλεί έναν τυφώνα στην
άλλη πλευρά του κόσμου.

Ακούμε για δεκαετίες αυτό το
"φαινόμενο της πεταλούδας",
αλλά ποιος είναι σε θέση
να προβλέψει έναν τυφώνα;

Κανείς!

Πείτε μου κάτι...
Που είναι η ομορφιά και
η αρμονία στον καρκίνο;

Τι ωθεί ένα κύτταρο
να αποφασίσει ξαφνικά να
μετατραπεί σε φονική μετάσταση
και να καταστρέψει τα υπόλοιπα
κύτταρα ενός υγιούς σώματος;

Γνωρίζει κανείς;

Όχι.

Επειδή προτιμούμε να
σκεφτόμαστε τις χιονονιφάδες
και τις πεταλούδες παρά τον πόνο,
τον πόλεμο
η αυτό το βιβλίο.

Γιατί;

Επειδή έχουμε την ανάγκη να
σκεφτόμαστε πως η ζωή έχει νόημα,
ότι όλα εξουσιάζονται
από τη λογική
και όχι μόνο κατά τύχη.

Εάν γράψω 2 μετά 4 μετά 6,
νοιώθουμε καλά, γιατί ξέρουμε
ότι ακολουθεί το 8.

Μπορούμε να το προβλέψουμε,
και δεν είμαστε στα χέρια
της μοίρας.

Δυστυχώς, εντούτοις,
δεν έχει να κάνει με την αλήθεια.

Δε συμφωνείτε;

Είναι...

μόνο φόβος.

Λυπηρό...

αλλά έτσι είναι.



Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Η καλύβα του Tractatus






































Το 1913 ο Wittgenstein επισκέπτεται τη Νορβηγία, περιπλανιέται, φθάνει σ' ένα απομονωμένο χωριό, το Skjolden, τ' αφήνει, διασχίζει το πυκνό δάσος μιας απότομης πλαγιάς, καταλήγει στην άκρη ενός γκρεμού, εκεί στήνει τη καλύβα του. Μια μικρή ξύλινη καλύβα, μόλις 7x8 μέτρα, όπου κάτω απ' την στέγη της ο Wittgenstein θα πάρει την απόφαση να εξαντλήσει εκεί τη ζωή και τη γραφή του. Σ' αυτό το μικρό καλύβι θα δουλέψει και το κυριότερο φιλοσοφικό του έργο, το Tractatus Logico-Philosophicus καθώς επίσης κι ένα μέρος απ' το Πολιτισμός και αξία. Σε όλη τη διάρκεια της υπόλοιπης ζωής του θα επισκέπτεται την καλύβα του συνεχώς, θα ζει σ' αυτή εβδομάδες και μήνες, τις περισσότερες φορές εντελώς μόνος, μέσα στη μοναξιά του τοπίου, αυτής της τεράστιας οροσειράς του Sognefjord, κρεμασμένος πάνω από μια μικρή λίμνη που τη σχηματίζουν τα νερά του παγετώνα. Μια φθινοπωρινή μέρα του 36, καθισμένος στο γραφείο του, και ατενίζοντας απ' το παράθυρο του το κόλπο της λίμνης, θα σημειώσει στο ημερολόγιο του: “Δεν μπορώ να φανταστώ άλλο μέρος για να ζήσω και να εργαστώ απ' ότι εδώ, η ηρεμία και η ομορφιά αυτού του τοπίου με καθηλώνουν”. Την επόμενη χρονιά θα γράψει στον Russel: “Είσαι εντελώς μόνος σου εδώ, ούτε που διανοούμαι να ξαναβρεθώ μεταξύ ανθρώπων. Τα πάντα μέσα μου βρίσκονται σε μια κατάσταση ζύμωσης”. Η τελευταία φορά που θα επισκεφθεί την καλύβα θα είναι το φθινόπωρο του 1950, μαζί με τον φίλο του Ben Richards. Την επόμενη χρονιά θα χτυπηθεί από τον καρκίνο. “Πείτε τους πως έζησα μια όμορφη ζωή”, θα πει στους οικείους του λίγο πριν πεθάνει.

Η απομόνωση του Wittgenstein στην καλύβα του Skjolden θεωρήθηκε ήδη απ' την εποχή του, ένα πραγματικό σκάνδαλο. Όταν θα εκμυστηρευθεί στο Πανεπιστήμιο το σχέδιό του για τη φυγή του στο φιόρδ της Νορβηγίας, ο Bertrand Russell θα επιχειρήσει να τον συνετίσει. Ματαίως: “Του είπα για τις μεγάλες νύχτες και μου είπε ότι μισούσε το φως της μέρας, του είπα ότι θα υποφέρει απ' τη μοναξιά και μου είπε ότι βαρέθηκε να εκπορνεύει το μυαλό του με ευφυείς ανθρώπους, του είπα τέλος ότι είναι τρελός και μου απάντησε ότι ο Θεός τον προφύλαξε απ' τη λογική”, θυμόταν αργότερα και με μια φιλολογική διάθεση, ο Russell. Από τότε αλλά κυρίως μετά το θάνατο του πολλοί βιογράφοι και μελετητές του θα προσπαθήσουν να σκεφθούν πάνω στην απόφαση αυτής της αναχώρησης. ...