Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Bertrand Russell: προς τους απογόνους μας


Το απόσπασμα της συνέντευξης είναι από την εκπομπή Face to Face του BBC από το 1959.
Δημοσιογράφος: Μια τελευταία ερώτηση: φανταστείτε, κύριε Russell, ότι το φιλμ που γυρίζουμε αυτή τη στιγμή θα είναι διαθέσιμο στους απόγονούς μας, σαν ένα απολίθωμα της Νεκρής Θάλασσας, χίλια χρόνια μετά. Τι πιστεύετε ότι αξίζει να μάθει αυτή η μελλοντική γενιά, για τη ζωή σας και όσα έχετε μάθει ως τώρα;


Θα ήθελα να πω δύο πράγματα, ένα πνευματικής φύσης και ένα ηθικής.
Το πνευματικό μέρος είναι το εξής: όταν ερευνάς οτιδήποτε, ή όταν ασχολείσαι με κάποιο φιλοσοφικό ερώτημα, αναρωτήσου μόνο ποιά είναι τα δεδομένα και ποιά είναι η αλήθεια στην οποία οδηγούν τα δεδομένα. Μην αφήνεις τον εαυτό σου να εκτραπεί από ότι θέλεις να πιστέψεις, ή τι θα είχε ευεργετικά κοινωνικά αποτελέσματα αν γινόταν πιστευτό. Δες μόνο, και αποκλειστικά, τα γεγονότα. Αυτό είναι το πνευματικό μέρος που θα ήθελα να πω.

Το θέμα ηθικής φύσης που θα ήθελα να τους πω είναι πολύ απλό: θα έλεγα, η αγάπη είναι σοφή, το μίσος είναι ανόητο. Σ’ αυτό τον κόσμο, ο οποίος είναι όλο και περισσότερο διασυνδεδεμένος, πρέπει να μάθουμε να αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλον, πρέπει να μάθουμε να ανεχόμαστε το γεγονός ότι μερικοί άνθρωποι λένε πράγματα που δε μας αρέσουν. Μόνο με αυτό τον τρόπο μπορούμε να ζήσουμε – κι αν σκοπεύουμε να ζήσουμε μαζί και να μην πεθάνουμε μαζί, πρέπει να διδαχθούμε ένα είδος συμπόνιας κι ένα είδος ανεκτικότητας, κάτι που είναι εντελώς απαραίτητο για τη συνέχεια της ανθρώπινης ζωής σ’ αυτόν τον πλανήτη.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Wittgenstein: Διάλεξη περί Ηθικής: Οι επιρροές από τον Paul Ernst.

Το δοκίμιο γράφτηκε από τον Άλκη Γούναρη τον Νοέμβριο του 2005 και παρουσιάστηκε στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Ηθικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Ξεκινώντας την Διάλεξή Περί Ηθικής (που δόθηκε ανάμεσα στα τέλη του 1929) ο Wittgenstein λέει ότι «στην αρχή σκέφτηκα, μια και μου δόθηκε η ευκαιρία να σας μιλήσω, καλό θα ήταν να σας μιλήσω για κάτι που επείγομαι να ανακοινώσω…»… Παρ’ ότι στη συνέχεια λέει ότι «τελικά αποφάσισα να σας μιλήσω για ένα θέμα που μου φαίνεται πως είναι σημαντικό για τον καθένα…», η αρχική του πρόθεση δεν είναι σίγουρο ότι παραμερίστηκε. Τι ήταν αυτό που επείγονταν να ανακοινώσει; Στα 2 – 3 επόμενα χρόνια στις ομιλίες του στο Cambridge το θέμα των πολλών γλωσσικών παιχνιδιών και των διαφορετικών κανόνων που τα διέπουν, είναι κυρίαρχο.
Ο Wittgenstein της ύστερης περιόδου (από το 1931 και μετά, εν συντομία Wittgenstein[2]) θεωρεί ότι η γλώσσα έχει δημόσιο και όχι ιδιωτικό χαρακτήρα. Οι άνθρωποι παρασύρονται στην ιδέα ότι η γλώσσα μπορεί να έχει ιδιωτικό νόημα επειδή συγχέουν τις ψυχολογικές καταστάσεις με τις λέξεις που χρησιμοποιούν για να τις δηλώσουν (Πελεγρίνης, 1997: 419). Ένα περίπου χρόνο μετά τη διάλεξη του (6 Μαΐου ’31)  ο Wittgenstein στα σημειωματάριά του γράφει: «η ηθική πρόταση είναι προσωπική υπόθεση κι όχι διαπίστωση κάποιου γεγονότος. Είναι κοντά σε ένα επιφώνημα θαυμασμού…» Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ψυχολογικός, προσωπικός, αλλά και ταυτόχρονα κοινός (για όσους έχουν την ίδια αντίληψη) χαρακτήρας της ηθικής γλώσσας, εμφανίζεται ξεκάθαρα στην διάλεξη περί ηθικής. Η εμπειρία της απόλυτης ασφάλειας, το αίσθημα της ενοχής, ο θαυμασμός για την ύπαρξη του κόσμου, φανερώνει σε αυτούς που τα αισθάνθηκαν μια εγγενή, απόλυτη αξία. Ο ρόλος της φιλοσοφίας για τον Wittgenstein[2] είναι μια διαδικασία θεραπείας λαθών, και γκρεμίσματος μύθων που προέρχονται από την κακή χρήση της γλώσσας (Πελεγρίνης, ο.π. : 442). Η κακή χρήση των λέξεων στην ηθική και θρησκευτική  γλώσσα τονίζεται στην διάλεξη περί ηθικής.

«Η χρήση μιας λέξης είναι όπως η χρήση ενός πιονιού σ’ ένα παιχνίδι: δεν μπορείς να καταλάβεις τη χρήση της βασίλισσας αν δεν καταλαβαίνεις τη χρήση των άλλων πιονιών…» λέει κάπου ο Wittgenstein (Κωβαίος: 2000: 116). Η διαφορά της «απολυτότητας» του ηθικού αισθήματος του Τractatus, με την «απόλυτη» αξιολογική κρίση της «Διάλεξης Περί Ηθικής» είναι ορατή. Η χρήση της λέξης «απόλυτο» στον Wittgenstein[1] έχει υπερβατικό και μυστικό χαρακτήρα στηριγμένο στην «ενορασιακή» παράδοση αλλά και σε μια ολότητα γεγονότων που συνδέεται με μια «οικουμενική γλώσσα» άσχετα με τον αν το ηθικό μπορεί ή όχι να λεχθεί. Στη διάλεξη αλλά και στον Wittgenstein [2] το υπερφυσικό «απόλυτο» είναι συναρτημένο και με τις λέξεις του γλωσσικού παιχνιδιού. Το «απόλυτο» στον Wittgenstein [1] δεν είναι το ίδιο με το «απόλυτο» της «διάλεξης» και ούτε φυσικά με το «απόλυτο» στον Wittgenstein[2] που συναρτά τα πάντα με το νόημα που αποκτούν οι λέξεις κατά τη χρήση τους.

Αυτό είναι το κατάλληλο σημείο για να σημειώσουμε, τη σχέση του Wittgenstein μ’ έναν θεωρητικό της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα, τον Paul Ernst (1866 – 1933) τον οποίο στον… «κόσμο των γεγονότων», δεν είχε συναντήσει ποτέ.
Στις αρχές του ’31(ή στα τέλη του ’30) ένα περίπου χρόνο δηλαδή μετά την διάλεξη περί ηθικής ο Wittgenstein σημείωσε στο περιθώριο ενός τετραδίου του ( Nyiri, 1982 : 52 ) ένα σχόλιο για τον Ernst:

«Όταν εκδοθεί το βιβλίο μου πρέπει να αναφέρω στον πρόλογο τον Paul Ernst και τα παραμύθια των Grimm, τα οποία θα έπρεπε να είχα ήδη αναφέρει στο Tractatus ως πηγή για την παρανόηση της λογικής της γλώσσας». (Να σημειωθεί ότι ο Wittgenstein ήδη στο Tractatus αναφέρεται στα παραμύθια των Grimm στο 4.014).

Ο Paul Ernst προλογίζοντας την τρίτομη έκδοση για τα παραμύθια των αδελφών Grimm το 1910, αναφέρει:
«ο φορτωμένος με τις αμαρτίες αποδιοπομπαίος τράγος που απολύεται στην έρημο (λευιτικόν ιστ’) , είναι μια πλαστή εικόνα, μια παραβολή, όπως όλες οι πλαστές εικόνες τις φιλοσοφίας. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η φιλοσοφία «καθαρίζει» τη σκέψη από τις  παρανοήσεις των μύθων, είναι δηλαδή μια διαδικασία θεραπείας λαθών».

Την ίδια ακριβώς έκφραση «διαδικασία θεραπείας λαθών» χρησιμοποιεί αργότερα και ο Wittgenstein. Είναι επίσης πολύ χαρακτηριστικό ότι στην διάλεξη περί ηθικής αναφέρεται στα λάθη της θρησκευτικής γλώσσας και στη συχνή χρήση παραβολών.

Όμως, αυτή φαίνεται ότι δεν είναι η μόνη επίδραση που δέχτηκε ο Wittgenstein από τον Ernst.
Το 1927 κυκλοφόρησε μια σειρά δοκιμίων του Ernst με τον τίτλο «Der Weg Zur Form», την οποία είναι πολύ είναι πιθανό, ο Wittgenstein να είχε διαβάσει πριν από την διάλεξη του στη λέσχη των αιρετικών.
Στα δοκίμια αυτά ο Ernst προβληματίζεται για τις λειτουργίες της ποίησης μέσα από τις «οργανικές» και «ανόργανες» μορφές της ζωής του ανθρώπου. To έργο του είναι ουσιαστικά μια απάντηση στον Spengler, που είχε διατυπώσει τότε, τη θέση ότι οι πολιτισμοί υπακούουν, σε μια κυκλική νομοτέλεια, εκφράζοντας την άποψη ότι γεννιούνται, ακμάζουν και πεθαίνουν όπως ακριβώς οι έμβιοι οργανισμοί (Πελεγρίνης, 2004 : 1207). Ο Ernst υποστηρίζει ότι τα προϊόντα του πολιτισμού και ο πολιτισμός δεν ακολουθεί νομοτελειακή πορεία, αλλά μεταλλάσσεται ανάλογα με τις συνθήκες [το ίδιο και η γλώσσα]. Παρατηρεί, συγκεκριμένα, ότι κάποιοι όροι, όπως οι όροι προσωπικότητα, εργασία, status, συγχωνεύουν την σύγχρονη σημασία τους, η οποία δεν είναι η ίδια σε κάθε εποχή. Η ζωή του ανθρώπου, όπως και οι έννοιες, δεν καθορίζονται αναγκαστικά από σταθερές συνθήκες [όπως πχ. η ζωή των μελισσών] αλλά αναμορφώνονται συνεχώς, ανάλογα με τις περιστάσεις (Nyiri, ο.π. : 52 – 53)… Έτσι, ο καθένας θα έπρεπε να αναζητά συνεχώς, από μόνος τους, αυτές τις νέες μορφές της ζωής και να μην παραμένει προσκολλημένος στις συντηρητικές μορφές που καθορίζει η άρχουσα τάξη.

Σ’ ένα δοκίμιο που περιλαμβάνεται στο «Der Weg Zur Form» ο Ernst αναφέρεται στην παγκόσμια «συνείδηση» και στον έγχρονο χαρακτήρα των λέξεων (Künne, 1996):

«Κάτι [μια λέξη πχ] που χρησιμοποιείται σήμερα σα πράγμα [σαν κάτι που υπάρχει] υπάρχει περίπτωση να έρθουν μια μέρα οι φιλόσοφοι και να πουν: «αυτό το πράγμα δεν υπάρχει». Και τότε αυτό που μέχρι τότε το χρησιμοποιούσαμε, παύει να υπάρχει. Οι άνθρωποι ακολουθούν την γενική κατεύθυνση που ορίζει η γλώσσα τους» (Ernst: 1928 : 401).

Αν ο Wittgenstein, που είναι δεδομένο ότι έχει σε μεγάλη εκτίμηση το έργο του Ernst αφού θέλει να αναφερθεί σ’ αυτόν στον πρόλογο του επόμενου βιβλίου του, είχε διαβάσει κι αυτό το έργο του Ernst (εκδόθηκε το 1927) πριν τη διάλεξη (το 1929), τότε η υπόθεση ότι ήδη προβληματιζόταν για την εγκυρότητα της «οικουμενικής γλώσσας» ενισχύεται.
Η θέση μου είναι ότι ο Wittgenstein στη «διάλεξη», δεν ήταν ο Wittgenstein του tractatus όπως υποστηρίζεται από τους περισσότερους αναλυτές.
Ένα ακόμα ερώτημα που προκύπτει είναι, πόσο «προσωπικό» και ενδεχομένως «υποκειμενικό», μπορεί να είναι το «απόλυτο» της «διάλεξης περί ηθικής»;
 


 
(πάπια ή λαγός;)
 
 
Ο Wittgenstein στις παραδόσεις του στο Cambridge, νιώθει άβολα με την υποκειμενικότητα και προσπαθεί να την δικαιολογήσει.
«Όταν βλέπουμε το κάθε τι που ξέρουμε και που μπορούμε να πούμε για τον κόσμο σα να εξαρτάται από τις προσωπικές μας εμπειρίες, τότε τα όσα ξέρουμε μοιάζουν να χάνουν πολύ από την αξία τους, την αξιοπιστία τους και  την σταθερότητά τους. Νοιώθουμε την τάση να λέμε πως τα πάντα είναι ‘’υποκειμενικά’’. Αλλά ο όρος ‘’υποκειμενικά’’, χρησιμοποιείται εδώ με μειωτική σημασία όπως όταν λέμε ότι μια γνώμη είναι απλώς υποκειμενική, «θέμα γούστου»… Το γεγονός τώρα ότι αυτή  η άποψη φαίνεται να κλονίζει την αξιοπιστία της εμπειρίας και της γνώσης μάς δείχνει πως εδώ η γλώσσα μάς βάζει στον πειρασμό να κάνουμε μια παραπλανητική αναλογία… Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με δυσχέρειες που προέρχονται από τον τρόπο που εκφραζόμαστε...» (Wittgenstein, 1984 : 81- 82).

Η ηθική, λέει ο Wittgenstein, πηγάζει από την επιθυμία του καθενός από εμάς, να πει κάτι για την σημασία της ζωής, για τον λόγο που αξίζει να ζούμε. Το ότι οι διάφοροι από εμάς ανακαλύπτουμε ή βάζουμε σε προτεραιότητα διαφορετικούς λόγους, δεν κάνει αυτομάτως την έννοια της Ηθικής Αξίας σχετική. Η σχετικότητα μοιάζει αναπόφευκτη επειδή προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τις διαφορετικές αξίες, πέφτοντας σε γλωσσικά σφάλματα, αφού δεν μπορούμε να ξέρουμε ακριβώς ποιοι είναι οι όροι και οι συνθήκες του «παιχνιδιού» που οδηγούν σε ένα ηθικό σύστημα διαφορετικό από το δικό μας. 

Η θέση αυτή του Wittgenstein, προσεγγίζει σε μια κοινοτιστική αντίληψη για την ηθική. Ο Kripke (1982) – και άλλοι όπως Wright (1980) – αναφερόμενος στην «κοινοτιστική» διάσταση της σκέψης του Wittgenstein[2] σημειώνει ότι: «το μόνο που χρειάζεται για να νομιμοποιηθούν οι βεβαιότητές μας, είναι να υπάρχουν σχετικά προσδιορίσιμες καταστάσεις κάτω από τις οποίες είναι βεβαιώσιμες και ότι το παιχνίδι της βεβαίωσης τους έχει ένα ρόλο στη ζωή μας. Καμιά υπόθεση ότι γεγονότα της πραγματικότητας αντιστοιχούν σε αυτές τις βεβαιώσεις δεν είναι απαραίτητη».   

Η προσπάθεια του Wittgenstein να επαληθεύσει τις βεβαιότητες της απόλυτης εμπειρίας, με το κοινό του, στη διάλεξη περί ηθικής είναι φανερή. Το ίδιο και η προσπάθεια αποκοπής της βεβαιότητας αυτής από τα γεγονότα της πραγματικότητας.

Είναι πολύ πιθανό, ο Wittgenstein να πέρασε εκείνο το βράδυ την πόρτα της αίθουσας διαλέξεων της λέσχης των «αιρετικών» όντας διάσημος για την ηθική του tractatus του, αλλά έχοντας, ο ίδιος, ήδη, αναθεωρήσει πολλά από τα σημεία που τον έκαναν διάσημο.
Από την μια ήθελε να «ανακοινώσει» κάτι για το οποίο επειγόταν, και από την άλλη, αισθανόταν  την ανάγκη να απολογηθεί λέγοντας σαν τελευταία φράση «η ηθική είναι μια τάση του ανθρώπινου πνεύματος, την οποία εγώ προσωπικά δεν μπορώ παρά να σέβομαι βαθιά και δεν θα μπορούσα ποτέ στη ζωή μου να γελοιοποιήσω». Μ’ αυτή τη φράση, φαίνεται να απαντάει σε όσους τον συνδέουν με τον «σχετικισμό», του Κύκλου της Βιέννης, που έκανε εκείνη την εποχή αρνητική εντύπωση στην αγγλική διανόηση. Σίγουρα όμως, στη λέσχη των αιρετικών δεν ήταν οι κατάλληλες συνθήκες για να ανακοινωθεί μια «νέα» θεωρία, «αδιαμόρφωτη» που θα μπορούσε να «προκαλέσει» αλλά και να παρερμηνευτεί.

Είναι επίσης πιθανό ότι ο Wittgenstein της Διάλεξης περί Ηθικής, είναι ήδη πεπεισμένος για τις διαφορετικές μορφές ζωής και πολιτισμού και για τις κοινωνικές αυτές συνθήκες που συνεπάγονται τις διαφορετικές ηθικές αξίες.
Ο Rush Rhees (1965), στο άρθρο του «Μερικές Εξελίξεις Στις Απόψεις του Wittgenstein Περί Ηθικής» που δημοσιεύθηκε στο ίδιο τεύχος του με τη πρώτη δημοσίευση  της «Διάλεξης περί Ηθικής», σημειώνει:
«Όταν μελετάμε ηθικά συστήματα διαφορετικά από το δικό μας, νιώθουμε έναν ιδιαίτερο πειρασμό να τα ερμηνεύσουμε. Τείνουμε να πιστέψουμε ότι οι εκφράσεις, όπως αυτές χρησιμοποιούνται σ’ εκείνες τις ηθικές συζητήσεις, έχουν κάποια σημασία την οποία μας υποβάλλουν, αντί να κοιτάμε τι γίνεται με αυτές εκεί μέσα… Ο Wittgenstein ανέφερε συχνά την περίπτωση του “l’ homme est bon” και “la femme est bonne”. Φανταστείτε να μπείτε στον πειρασμό να σκεφτείτε ότι υπάρχει διαφορετική αρσενική και θηλυκή καλοσύνη… Αναλογιζόμενοι ένα διαφορετικό σύστημα ηθικής μπορεί να σκεφτούμε ότι εκείνο που φαίνεται σε μας ότι εκφράζει τη δικαιολόγηση μιας πράξης είναι εκείνο που τη δικαιολογεί πραγματικά [μέσα σε εκείνο το σύστημα]. Η λέξη λόγος, δεν σημαίνει πάντοτε το ίδιο πράγμα, και στην ηθική πρέπει να προσέχουμε μην τυχόν και υποθέσουμε ότι οι λόγοι πρέπει, στην πραγματικότητα, να είναι άλλου είδους από εκείνους που βλέπουμε ότι είναι

Το μήνυμα του Wittgenstein[2], ότι δηλαδή:

…αντί της μάταιης αναζήτησης «αντικειμενικών» ηθικών αξιών, θα πρέπει να εγκύψουμε στη ζωή, και στις διαφορετικές μορφές της να επισημάνουμε και να σεβαστούμε την πολυμορφία των αξιών, οι οποίες, χωρίς να ταυτίζονται με τα γεγονότα της ζωής [της πραγματικότητας] και να χάνουν τη νοηματική τους αξία, προσδιορίζουν ωστόσο τον ηθικό τρόπο που ζουν οι άνθρωποι …(Πελεγρίνης, 1991) μπορεί να μην συνάγεται από την «Διάλεξη».

Είναι όμως φανερό, ότι το Tractatus, για τον Wittgenstein της Διάλεξης αποτελεί παρελθόν. Το «ον πολλαχώς λέγεται» του Αριστοτέλη (που πιθανότατα έμαθε στο Cambridge) και οι απόψεις του Ernst για τη μεταβολή του νοήματος των λέξεων, ανέτρεψαν την απολυτότητα της «πραγματείας». Οι ρίζες της θεωρίας του νοήματος της γλώσσας κατά τη χρήση της είναι κατά τη γνώμη μου εμφανείς.

Τα όρια της «οικουμενικής» γλώσσας αντικαθίστανται από τα όρια του «δικού μας» γλωσσικού κουτιού.
Ο κόσμος των γεγονότων, «συνυφαίνεται» με τα βιώματα και τις εμπειρίες των ανθρώπων που τον αποτελούν.
Το απόλυτο του, δεν είναι εν τέλει «το απόλυτο».
 

Βιβλιογραφία

 

Ernst, P. (1928). “DER WEG ZUR FORM”.
Kripke, S. (1982). Wittgenstein on Rules and Private Language. Oxford:  Blackwell.
Künne, W. (1996). Paul Ernst and Wittgenstein. University of Hamburg 18-1-1996 http://sammelpunkt.philo.at:8080/archive/00000482/01/18-1-96.TXT
Mc Guinness, B. (1979). Wittgenstein and the Vienna Circle.  Oxford:  Blackwell.
Moore, G.E. (1962). Principia Ethica.  London: Allen & Unwin
Monk, R. (1988). Λούντβιχ Βιτγκενστάιν: Το χρέος της Μεγαλοφυΐας. μετφρ. Κονδύλης Γ. Αθήνα: Scripta.
Nyiri J.C. (1982). Later Work in Relation to Conservatism. inc. in “Wittgenstein and his times”, edited by Mc Guinness, B. Oxford: Basil Blackwell.
Rhees, R. (1965). Some Developments in Wittgenstein’ s View of Ethics. Philosophical Review. 1/1965.
Wright, C. Wittgenstein on the Foundations of Mathematics. London: Duckworth.
Wittgenstein, L. (1965). Α Lecture on Ethics. The Philosophical Review. 1/1965
Wittgenstein L. (1984). Το Μπλε και το Καφέ Βιβλίο. Αθήνα : Καρδαμίτσας
Wittgenstein L. (1978). Tractatus Logico Philosophicus. μετφρ. Κιτσόπουλος. Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση.
Wittgenstein L. (1953). Philosophical Investigations. Oxford: Blackwell. (μετφρ. Χριστοδουλίδης, Παπαζήσης, Αθήνα 1977)
Κωβαίος, Κ. (2000). Wittgenstein, Περί Ηθικής. Αθήνα: Καρδαμίτσας.
Πελεγρίνης, Θ. (1997). Ηθική Φιλοσοφία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Πελεγρίνης, Θ. (2004). Λεξικό της Φιλοσοφίας.  Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
Πελεγρίνης, Θ.(1997). Πέντε Εποχές της Φιλοσοφίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
Πελεγρίνης, Θ. (1991). Ομιλία περί Ηθικής. Πρακτικά του Συμποσίου Wittgenstein. Αθήνα: Δωδώνη.


Αναδημοσίευση της ανάρτησης: Wittgenstein: Διάλεξη περί Ηθικής: Οι επιρροές από τον Paul Ernst.
από το Ιστολόγιο Alkis Gounaris Files, Online Philosophical Investigations


 

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Ο Μπέρτραντ Ράσελ για το Θεό (1959)

*



Μεταφορτώθηκε από το χρήστη την 26 Μάρ 2011
 
Bertrand Russell (1872-1970).
Βρετανός φιλόσοφος, μαθηματικός, ιστορικός.
Βραβευμένος με Νόμπελ (1950) για τη συνεισφορά του στον ανθρωπισμό και την ελευθερία της σκέψης.

Φυλακίστηκε για τη φιλειρηνική του δράση τον Α' Π.Π.
Αντιτάχθηκε στον Χίτλερ, στον ολοκληρωτισμό του Στάλιν, στον πόλεμο του Βιετνάμ και στην εξάπλωση των πυρηνικών όπλων.

Bertrand Arthur William Russell, 3rd Earl Russell, OM, FRS (18 May 1872 -- 2 February 1970), http://en.wikipedia.org/wiki/Bertrand_Russell

Ο Μπέρτραντ Άρθουρ Γουίλιαμ Ράσελ (Bertrand Arthur William Russell), (18 Μαΐου 1872 -- 2 Φεβρουαρίου 1970), ήταν Βρετανός φιλόσοφος, μαθηματικός και ειρηνιστής. Ο Ράσελ ως συγγραφέας και άνθρωπος συνέχισε την οικογενειακή παράδοση στην πολιτική σκέψη και δράση, με αντιπολεμική δράση. Γεννήθηκε στην ακμή της Βρεταννικής Αυτοκρατορίας. Πέθανε από γρίπη, έναν αιώνα αργότερα, όταν η Βρετανία είχε περάσει δύο παγκόσμιους πολέμους. Έκανε κριτική στα πυρηνικά καθώς και την εισβολή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ. Το 1950 κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Γεννήθηκε στις 18 Μαΐου 1872 στο Trellech του Monmouthshire, καταγόμενος από αριστοκρατική οικογένεια. Ο αδερφός του Φρανκ τον εισήγαγε στις θεωρίες του μαθηματικού Ευκλείδη. Ξεκίνησε τις σπουδές του με υποτροφία στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ το 1890 στο Trinity College για να σπουδάσει μαθηματικά. Το 1893 τελείωσε τις σπουδές του και το 1902 παντρεύτηκε. Ξεκίνησε να δημοσιεύει έργα του το 1896. Στο κολέγιο του Τρίνιτυ, γνώρισε τον Λούντβιχ Βιτγκενστάιν και έτσι ξεκίνησε μία συνεργασία μεταξύ των δύο ανδρών. Ο Ράσελ ταξίδεψε και δίδαξε στη Ρωσία, στην Κίνα και στην Ιαπωνία (1920).

Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Ράσελ δίδαξε σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ, καταδικάζοντας τα πυρηνικά όπλα και των πόλεμο των ΗΠΑ στο Βιετνάμ. Απεβίωσε στις 6.30 μ.μ. στις 2 Φεβρουαρίου 1970 στην οικία του στην Ουαλία, από γρίπη.

http://el.wikipedia.org/wiki/Bertrand_Russell

*

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Φιλοσοφικές Έρευνες


 
Ludwig Wittgenstein

Φιλοσοφικές Έρευνες

Α. Μέρος Πρώτο* : Πρόλογος, §§ 1 - 138
Β. Επιλογή αποσπασμάτων**

Μετάφραση: Π. Χριστοδουλίδη

ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ

Περιοδική έκδοση
του Κέντρου Φιλοσοφικών Ερευνών
Χρόνος 3ος, Τεύχος 9, Μάρτιος 1974

* το Πρώτο Μέρος των Ερευνών ολοκληρώθηκε το 1945
** επιλογή αποσπασμάτων από το Δεύτερο Μέρος των Ερευνών που γράφτηκε ανάμεσα στο 1947 και 1949
________________________________

Αποσπάσματα από το Πρώτο Μέρος:

(διατηρήθηκε η ορθογραφία της μετάφρασης αλλά όχι το πολυτονικό, […] = κείμενο που παραλείπεται)

§97. […]

Έχουμε την ψευδαίσθηση πως το ιδιαίτερο, βαθύ, ουσιαστικό στην έρευνά μας, βρίσκεται στο ότι αυτή προσπαθεί να συλλάβει την ασύγκριτη ουσία της γλώσσας. Δηλαδή, την τάξη που υπάρχει ανάμεσα στις έννοιες της πρότασης, της λέξης, της απαγωγής, της αλήθειας, της εμπειρίας, κτλ. Αυτή η τάξη είναι μια υπέρ-τάξη, ανάμεσα, θα λέγαμε, σε υπέρ-έννοιες. Ενώ βέβαια, αν οι λέξεις «γλώσσα», «εμπειρία», «κόσμος», έχουν μια χρήση, αυτή πρέπει να είναι τόσο ταπεινή όσο και η χρήση των λέξεων «τραπέζι», «λάμπα», «πόρτα».

§104. Στο πράγμα αποδίδουμε ως κατηγόρημα αυτό που βρίσκεται μέσα στον τρόπο παράστασής του. […]

§108. […]

Η φιλοσοφία της λογικής μιλάει για προτάσεις και λέξεις με την ίδια ακριβώς έννοια όπως κάνουμε στην καθημερινή μας ζωή, όταν λ.χ., λέμε: «Εδώ είναι γραμμένη μια κινέζικη πρόταση», ή «όχι, αυτά μοιάζουν σα σημεία γραφής, αλλά είναι μόνο διακοσμητικά» κτλ.

Μιλάμε για το φαινόμενο της γλώσσας μέσα στο χώρο και στο χρόνο. όχι για ένα ανύπαρχτο κατασκεύασμα έξω από το χώρο και το χρόνο. [Παρατήρηση στο περιθώριο: Μόνο που είναι δυνατό να ενδιαφερθεί κανείς με πολλούς τρόπους για ένα φαινόμενο.] Αλλά μιλάμε για τη γλώσσα όπως μιλάμε για τα πιόνια του σκακιού όταν αναφέρουμε τους κανόνες του παιχνιδιού, και όχι όταν περιγράφουμε τις φυσικές τους ιδιότητες.

Το ρώτημα: «Τι είναι στην πραγματικότητα μια λέξη;» είναι ανάλογο με το ρώτημα «Τι είναι ένα πιόνι;»

§110. «Η γλώσσα (ή η σκέψη) είναι κάτι μοναδικό» - αυτή η πεποίθηση αποκαλύπτεται πως είναι μια δεισιδαιμονία (όχι ένα λάθος!).  αυτή τη δεισιδαιμονία την προκαλούν πλάνες στη γραμματική.

Και προς αυτές τις πλάνες, τα προβλήματα, στρέφεται τώρα η ευαισθησία.

§114. […] «Η γενική μορφή της πρότασης είναι: έτσι έχουν τα πράγματα.» ---- Αυτό είναι το είδος πρότασης που επαναλαμβάνει κανείς στον εαυτό του αναρίθμητες φορές. Νομίζει κανείς πως ακολουθεί τη φύση ενώ απλά και μόνο διατρέχει το πλαίσιο της μορφής μέσα από την οποία την κοιτάμε.

§115. Μια εικόνα μας κρατούσε αιχμάλωτους. Και δε μπορούσαμε να βγούμε έξω από αυτήν, γιατί βρισκόμασταν μέσα στη γλώσσα μας και η γλώσσα έμοιαζε να μας την επαναλαμβάνει αδυσώπητα.  

§118. Από πού αντλεί τη σπουδαιότητά της η έρευνά μας, τη στιγμή που μοιάζει μονάχα να καταστρέφει κάθε τι ενδιαφέρο, παναπεί μεγάλο και σπουδαίο; (Σα να λέγαμε πως καταστρέφει όλα τα χτίρια και αφήνει πίσω της ερείπια και απορρίμματα.) Αλλά εκείνα που καταστρέφουμε είναι μονάχα χάρτινα σπίτια, και καταστρέφοντάς τα, ελευθερώνουμε το έδαφος της γλώσσας πάνω στην οποία ορθώνονταν.

§119. Αποτέλεσμα της φιλοσοφίας είναι το ξεσκέπασμα της μιας ή της άλλης καθαρής α-νοησίας, και τα καρούμπαλα που απόχτησε ο νους πέφτοντας πάνω στα όρια της γλώσσας. Αυτά, τα καρούμπαλα, μας φανερώνουν την αξία που έχει εκείνο το ξεσκέπασμα.

§120. […]

Οι ερωτήσεις σου αναφέρονται σε λέξεις. γι’ αυτό πρέπει κι εγώ να μιλήσω για λέξεις.

Λέει κάποιος: Δεν πρόκειται για τη λέξη αλλά για τη σημασία τηςκαι λέγοντάς το αυτό, σκέφτεται τη σημασία σαν πράγμα ομοειδές με τη λέξη, αλλά και διαφορετικό από τη λέξη. Εδώ η λέξη, εκεί η σημασία. Τα λεφτά και η αγελάδα που μπορεί να αγοράσει κανείς μ’ αυτά. (Από την άλλη μεριά: τα λεφτά και η χρησιμότητά τους).

§123. Ένα φιλοσοφικό πρόβλημα έχει τη μορφή: «Δε βγάζω άκρη».    

§125. […]

…το θεμελιακό γεγονός είναι πως εμείς καθορίζουμε κανόνες, μια τεχνική για ένα παιχνίδι, και μετά, όταν ακολουθήσουμε τους κανόνες, τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως το είχαμε υποθέσει. Λοιπόν, σα να λέγαμε, μπερδευόμαστε στους ίδιους τους κανόνες μας.

Αυτό το μπέρδεμα στους κανόνες μας είναι εκείνο που θέλουμε να καταλάβουμε, δηλαδή να το δούμε καθαρά.

Αυτό φωτίζει την έννοια που έχουμε του εννοώ. Γιατί σε εκείνες τις περιπτώσεις τα πράγματα πηγαίνουν διαφορετικά απ’ ό,τι είχαμε εννοήσει, προβλέψει. Όταν, λ.χ., παρουσιαστεί μια αντίφαση, τότε λέμε: «Δεν το εννοούσα έτσι».

Η θέση της αντίφασης ή ο ρόλος της στην πολιτεία: αυτό είναι το φιλοσοφικό πρόβλημα.

§129. […] Τα πραγματικά θεμέλια της έρευνάς του δεν τα προσέχει κανείς, εκτός αν κάποτε, αυτό του έκανε εντύπωση. – Που σημαίνει: δεν μας κάνει εντύπωση εκείνο, που μια και το δει κανείς, είναι το πιο εκπληκτικό και το πιο εντυπωσιακό.

§132. Θέλουμε να βάλουμε μια τάξη στη γνώση μας για τη χρήση της γλώσσας: μια τάξη για έναν ορισμένο σκοπό.  μια, ανάμεσα στις πολλές τάξεις.  όχι την τάξη. […]


Αποσπάσματα από το Δεύτερο Μέρος:


§304 […] Το παράδοξο εξαφανίζεται μονάχα αν πάψουμε, μια για πάντα, να θεωρούμε πως η γλώσσα λειτουργεί πάντοτε με έναν τρόπο, εξυπηρετεί πάντοτε τον ίδιο σκοπό: να μεταφέρει σκέψεις […]

§414. Νομίζεις πως πρέπει να υφάνεις ένα ύφασμα: γιατί κάθεσαι μπρος σ’ έναν αργαλειό –  και ας είναι άδειος – και κάνεις τις κινήσεις του υφαντή.

 §464. Εκείνο που θέλω να διδάξω είναι: το πέρασμα από μια κρυμμένη α-νοησία σε μιαν ολοφάνερη α-νοησία.

§501. «Ο σκοπός της γλώσσας είναι να εκφράζει σκέψεις». – Ώστε, λοιπόν, σκοπός κάθε πρότασης είναι να εκφράζει μια σκέψη. Τότε ποια σκέψη εκφράζει, λ.χ. η πρόταση «Βρέχει»; –  

§546. […] (Οι λέξεις είναι και πράξεις.)

§599.[…] «Αλλά έτσι πρέπει να έχουν τα πράγματα!» δεν είναι πρόταση της φιλοσοφίας.