Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

O Λούντβιχ, ο ανιψιός του, Πάουλ Βίτγκενστάιν και ο φίλος του Πάουλ, Τόμας Μπέρνχαρντ

«Το ζήτημα δεν είναι να γράψεις για τον Βίτγκενστάιν. Το ζήτημα είναι: μπορώ να είμαι ο Βίτγκενστάιν έστω για ένα μόνο λεπτό χωρίς να καταστρέψω αυτόν (τον Β) ή εμένα (τον Μπ.); Στο ζήτημα αυτό δεν μπορώ να απαντήσω, γι’ αυτό δεν μπορώ να γράψω για τον Βίτγκενστάιν.»

                                                    Τόμας Μπέρνχαρντ, γράμμα στον Δρ. Σπίελ



Thomas Bernhardt (1931-1989)

«… η σχέση του [Τόμας Μπέρνχαρντ] με τον Λούντβιχ Βίτγκενστάιν, εγγράφεται απολύτως στη μυθιστορηματική και θεατρική του λογική, αποτελεί στοιχείο του συγγραφικού του σύμπαντος, κάτοικο της προσωπικής του ανθρωπογεωγραφίας…»

«Η σημασία που δίνεται στο όνομα και στην αναφορά Βίτγκενστάιν, σ’ ολόκληρο το έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ οφείλεται κατά κύριο λόγο σε μια φιλοσοφική και βιωματική συγγένεια και στάση ζωής: Η ιδιορρυθμία του έργου αλλά και της ζωής του Λ.Β. ανταποκρίνονται σε βαθύτερες τάσεις του Τ. Μπ. Υπάρχει μια βαθύτατα αρνητική φιλοσοφική διάθεση και στάση που περιστρέφεται γύρω από την κοινή τους πεποίθηση του αξεπέραστου στοιχείου της γλώσσας, σύμφωνα με την οποία η σκέψη όντας άρρηκτα συνδεδεμένη με την ποιητική και τη μουσική δημιουργία λειτουργεί αναγκαστικά και σταθερά στα όρια της αυτοκτονικής απόπειρας.»

«Ο Τόμας Μπέρνχαρντ ισχυρίζεται, απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, ότι έχει ελάχιστα διαβάσει τον Βίτγκενστάιν. Πράγμα που φυσικά δεν αποδεικνύει τίποτα. Ήταν γνωστό ότι ο Μπέρνχαρντ διατηρούσε συγκρουσιακές σχέσεις με τους δημοσιογράφους και τις συνεντεύξεις. Ωστόσο διασκέδαζε πάντοτε και γινόταν ιδιαίτερα εφευρετικός όταν κάποια ερώτηση του έδινε την ευκαιρία ν’ αναπτύξει προφορικά ένα πιθανό κεφάλαιο κάποιου μυθιστορήματος ή ένα διάλογο που θα μπορούσε ν’ ανήκει σε κάποιο θεατρικό του έργο.»  

«Ξεκινώντας από πραγματολογικά στοιχεία ο Μπέρνχαρντ δεν γράφει μια καινούργια μυθιστορηματική εκδοχή για τη ζωή του Βίτγκενστάιν. Ανατρέπει και εδώ τη συνηθισμένη πρακτική: τα πραγματολογικά και ανεκδοτολογικά στοιχεία της βιογραφίας του Βίτγκενστάιν τον ενδιαφέρουν μόνον ως στοιχεία που θα μπορούσε να έχει επινοήσει ο ίδιος. Ανάλογη ανατροπή επιχειρεί ο συγγραφέας και με τα στοιχεία της προσωπικής του αυτοβιογραφίας. Στο αυτοβιογραφικό σενάριο που μας δίνει ο ίδιος, ενυπάρχουν αν όχι συγκεκριμένα περιστατικά από τη ζωή του Βίτγκενστάιν (αν και υπάρχουν κοινά σημεία όπως η παραμονή στην Αγγλία, το σύντομο επεισόδιο όπου ασκεί το επάγγελμα του κηπουρού, καθώς και τα τελευταία λόγια πριν από το θάνατό τους) τουλάχιστον ανάλογοι υπαρξιακοί στόχοι, ή ίδια καλλιέργεια της πνευματικής έντασης, η επιλογή της μοναξιάς, το εκλεπτυσμένο γούστο και η διακριτική κομψότητα που στην περίπτωση του Βίτγκενστάιν είναι απόρροια του κληρονομημένου πλούτου ενώ στον Μπέρνχαρντ απορρέει από την αριστοκρατική αίσθηση της λαϊκότητάς του, η έλξη για τους ανθρώπους του λαού, που ο Μπέρνχαρντ βιώνει ως παγίδα ωστόσο την υποστηρίζει ως μόνη δίκαια και προτιμητέα.»

«Αξίζει να δούμε ωστόσο από κοντά τις μεταμορφώσεις που υφίσταται η αναφορά Βίτγκενστάιν στα […] έργα του Μπέρνχαρντ, […] αφού ο ίδιος ο συγγραφέας φροντίζει να μας προειδοποιήσει γι’ αυτές αποκαλύπτοντας τα κλειδιά του.»

Στον Ανιψιό του Βίτγκενστάιν  ο αφηγητής, (ο Μπέρνχαρντ), ο ανιψιός (ο Πάουλ)  [υπάρχει και αδελφός του Λούντβιχ με το όνομα Πάουλ Βίτγκενστάιν, ο μονόχειρας πιανίστας, αλλά δεν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο] και ο θείος (ο Λούντβιχ) αποτελούν μέρη της ίδιας εξίσωσης[…]»

«Στο Ρίττερ, Ντένε, Φος οι καθρέφτες είναι πολλοί και τουλάχιστο σε ό,τι αφορά τα κύρια πρόσωπα κατονομάζονται ρητά. Η Ίλζε Ρίττερ, η Κίρστεν Ντένε και ο Γκερτ Φος είναι κορυφαίοι ηθοποιοί της σύγχρονης γερμανικής σκηνής, «έξυπνοι ηθοποιοί» όπως λέει ο Μπέρνχαρντ, στους οποίους υποκλίνεται […] δίνοντας στο έργο το όνομά τους. Ταυτόχρονα μας λέει πως η σκέψη του ήταν συγκεντρωμένη στον φίλο του Πάουλ [ ο Μπέρνχαρντ συνδεόταν φιλικά με τον ανιψιό του Λούντβιχ, Πάουλ] και στο θείο του Λούντβιχ Βίτγκενστάιν. Ωστόσο ο Μπέρνχαρντ προχωράει ακόμα περισσότερο. Παρουσιάζοντας τα πρόσωπα του έργου στη διανομή αντικαθιστά το σύνηθες: Λούντβιχ = Γκερτ Φος, με το αινιγματικό και πολλαπλά σημαίνον: ο Φος είναι ο Λούντβιχ.Τι σημαίνει είναι; Το ερώτημα αυτό το έθετε και ο Βίτγκενστάιν όταν μελετούσε το σύστημα του Γκότλομπ Φρέγκε του μαθηματικού φιλοσόφου. [Δρ. Φρέγκε, είναι το όνομα του διευθυντή του ψυχιατρείου, από το οποίο επιστρέφει ο Φος (ο Λούντβιχ) στο θεατρικό Ρίττερ, Ντένε, Φος ]. Ο Βίτγκενστάιν ανέπτυξε τρεις διαφορετικές σημασίες του είναι: 1) το είναι ως συνδετικό υποκειμένου και κατηγορουμένου.
2) το είναι ως σημείο ταυτότητας (όπως στον Φρέγκε).
3) το είναι ως έκφραση μιας ύπαρξης.
      Και οι τρεις σημασίες ενυπάρχουν στην εξίσωση: Ο Φος είναι ο Λούντβιχ. Ο Φος πρέπει να αποδεχτεί ιδιότητες του προσώπου Λούντβιχ, πρέπει να τις συνδέσει με δικές του ιδιότητες και να τους δώσει στη σκηνή συγκεκριμένη ύπαρξη. Το πρόσωπο Λούντβιχ με τη σειρά του, όπως μας προειδοποιεί ο συγγραφέας, είναι ο Πάουλ και ο Λούντβιχ Βίτγκενστάιν. Όπως ο Πάουλ, ο Λούντβιχ  είναι τρελός, ο αδιαμφισβήτητος σταρ του ψυχιατρείου Στάινχοφ, και όπως ο Λούντβιχ Βίτγκενστάιν, ο Λούντβιχ είναι φιλόσοφος που οι εργασίες του είναι θέματα διατριβών στα πανεπιστήμια όλου του κόσμου. Καθετί που στον Πάουλ (ως Λούντβιχ) είναι τρέλα στον Λούντβιχ (ως Λούντβιχ) είναι φιλοσοφία. Όπως ο Πάουλ σκορπίζει τα χρήματά του πετώντας τα στον αέρα (κι όπως ο Λούντβιχ Βίτγκενστάιν που μοίρασε την περιουσία του στις αδελφές του).[…] Το ίδιο ισχύει και για τον δόκτορα Φρέγκε. Για τον Πάουλ (ως Λούντβιχ) ο δόκτωρ Φρέγκε είναι ο αχρείος γιατρός, εκπρόσωπος του σιχαμερού ιατρικού σώματος, που μισεί ο Μπέρνχαρντ, για τον Λούντβιχ (ως Λούντβιχ) είναι ο μαθηματικός Γκότλομπ Φρέγκε με τον οποίο ο Λ. Β. είχε έρθει σε σοβαρή σύγκρουση.»

«… ο κύκλος των αλλεπάλληλων αντανακλάσεων και αντιστροφών θα κλείσει από τη στιγμή που ο Φος είναι ο Λούντβιχ, όπως ο Πάουλ και ο Λούντβιχ είναι ο Λούντβιχ, όπως ο Λούντβιχ είναι ο Φος. Τότε η Ντένε είναι η μεγάλη του αδελφή και η μεγάλη του αδελφή είναι η Ντένε και η Ρίττερ η μικρή του αδελφή κ.ο.κ. Και ο Φρέγκε ο ψυχίατρος είναι ο Φρέγκε ο λογικός… Οι ηθοποιοί λοιπόν μέσα από αυτή την αντιστροφή, εάν δεχτούν να υποδυθούν τους ρόλους, θα δώσουν ύπαρξη στον Λούντβιχ και στις αδελφές του, εκπληρώνοντας έτσι την τρίτη σημασία του είναι. Το ίδιο το θεατρικό έργο, ο τίτλος του είναι προϊόν μιας ακόμα αντιστροφής: δεν παραθέτει τα ονόματα των ηθοποιών με τη σειρά που παρατίθενται στη διανομή: Το Φος, Ντένε, Ρίττερ γίνεται Ρίττερ, Ντένε, Φος, ολοκληρώνοντας την αντιστροφή από την πλευρά των ηθοποιών.»

Βιογραφία Πάουλ Βίτγκενστάιν (1907-1979)



Ο Πάουλ Βίτγκενστάιν γεννήθηκε το 1907 στην άνω Αυστρία, πέρασε τα παιδικά του χρόνια κοντά στη λίμνη Τράουν, γόνος της πάμπλουτης οικογένειας των βασιλιάδων του ατσαλιού. [Αδελφός του παππού του ήταν ο Καρλ Βίτγκενστάιν, η οικονομολογική μεγαλοφυΐα, και ο θείος του Λούντβιχ ήταν ο περίφημος φιλόσοφος.] Απόφοιτος του Τερεζιάνουμ της Βιέννης, σπουδάζει για δύο εξάμηνα μαθηματικά Στο Γκέτινγκεν: ο πατέρας του τα θεωρεί την ύψιστη πνευματική απάτη και τον αναγκάζει να ακολουθήσει τις νομικές σπουδές για να ασχοληθεί μετά με την οικογενειακή επιχείρηση. Διακόπτει τις σχέσεις με τον πατέρα του και κάνει δίκη διεκδικώντας μερίδιο από την περιουσία του παππού του. Δουλεύει για ένα διάστημα σε εργοστάσιο, η δουλειά δεν του ταιριάζει. Για δυο χρόνια κερδίζει τη ζωή του σαν επαγγελματίας χορευτής – ένα είδος ζιγκολό, παρτενέρ πλούσιων κυριων που διασκεδάζουν στα χορευτικά τέια. Συχνάζει στο μισοσκόταδο των κοσμικών μπαρ, περνάει τις νύχτες του στα καφενεία, λατρεύει την όπερα, τον Ρίχαρντ Στράους, τον Ρίχαρντ Βάγκνερ, τον Ούγκο Βολφ. Παίζει τένις και χόκεϋ, παρακολουθεί όλους τους αγώνες και μετά από χρόνια θυμάται τη σύνθεση ομάδων που έχουν διαλυθεί. Σκορπάει την περιουσία του μοιράζοντάς τη στους φτωχούς και τους απόκληρους αλλά και ανοίγοντας σαμπάνιες και δωρίζοντας ορχιδέες. Δημιουργεί το ένα σκάνδαλο μετά το άλλο και καταλήγει για δύο μήνες στη φυλακή. Μετά τον πόλεμο εμπορεύεται συνάλλαγμα στη μαύρη, σ’ ένα βράδυ κερδίζει και χάνει τεράστια ποσά. Εξήντα χρονών αναγκάζεται να πιάσει δουλειά – γραφιάς. Το νευρικό του σύστημα έχει κλονιστεί. Παίρνει πρόωρα σύνταξη. Πενιχρότατη. Μπαινοβγαίνει στις ψυχιατρικές κλινικές. Θέλει να γράψει ένα βιβλίο που θα τον κάνει ακόμα πιο διάσημο από το θείο του, θέλει να μιλήσει για το Θεό που ισούται με 13, για το Θεό, τα σπορ, το θέατρο και τη μουσική: μια απάντηση στην ανελέητη λογική του θείου του, που θεωρούσε το Θεό ως κάτι που δεν μπορεί να περιγραφεί […] «για ό,τι δεν μπορεί κανείς να μιλήσει, πρέπει να σιωπά» [Η καταληκτική φράση του Tractatus της λογικό-φιλοσοφικής πραγματείας του Λούντβιχ Βίτγκενστάιν]. Ο ήρωας του δικού του βιβλίου, ο ιδαλγός Χιντάλγκο – πρόσωπο με τις δικές του ιδιότητες – έχει ακριβώς την αντίθετη γνώμη:     
«Για ό,τι δεν μπορεί κανείς να σιωπά, πρέπει να μιλήσει». Το ημιτελές χειρόγραφο του βιβλίου του εξαφανίζεται με το θάνατό του- εκτός από ελάχιστες σελίδες. Ο Πάουλ πέθανε το 1979 στο Λίντς.
       «Ήταν πολύ έξυπνος, πιο έξυπνος απ’ όλους τους συγχρόνους του», είχε πει ο Τόμας Μπέρνχαρντ για το στενό του φίλο Πάουλ Βίτγκενστάιν. «Πήγαινε συχνά στο ψυχιατρείο και αυτό του έκανε καλό, έζησε μια φιλοσοφική ζωή, ο τύπος του ήταν φιλοσοφικός αλλά μ’ άλλον τρόπο απ’ ό,τι ο θείος του». Στον Πάουλ Βίτγκενστάιν και στη φιλία του μαζί του αφιερώνει ο Τ. Μπ. Το μυθιστόρημά του Ο ανιψιός του Βίτγκενστάιν, μια φιλία. Ο Πάουλ επίσης είναι το ένα σκέλος της εξίσωσης Φος είναι ο Λούντβιχ = Λούντβιχ είναι ο Πάουλ και Λούντβιχ Βίτγκενστάιν.


Από το γάμο του Πάουλ Βίτγκενστάιν το Σεπτέμβριο του 1896. Ο Πάουλ στην πάνω σειρά έκτος από τα αριστερά. Καθισμένη πρώτη από τα αριστερά η Χίλντε Βίτγκενστάιν-Κόχερτ, αδελφή του φιλοσόφου. (Από το οικογενειακό άλμπουμ. Αδημοσίευτη φωτογραφία) [Αναδημοσίευση από το πρόγραμμα της παράστασης της «νέας Σκηνής»]

Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Τ. Μπέρνχαρντ:

Ο ανιψιός του Βίτγκενστάιν, 1982

«… Όπως ο Παύλος [ο Πάουλ Βίτγκενστάιν] κάθε τόσο έφτανε στην ύψιστη επανάσταση ενάντια στον εαυτό του και στα γύρω του και έπρεπε να τον μεταφέρουν στο τρελοκομείο, έφθανα κι εγώ [ ο αφηγητής = ο Τόμας Μπέρνχαρντ] κάθε τόσο στην ύψιστη επανάσταση ενάντια στον εαυτό μου και στα γύρω μου και με μετέφεραν σ’ ένα σανατόριο. Όπως ο Παύλος κάθε τόσο, σε διαστήματα όλο και πιο σύντομα, όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, δεν υπέφερε πια τον εαυτό του και τον κόσμο, το ίδιο κι εγώ, σε διαστήματα όλο και πιο σύντομα, δεν υπέφερα πια τον εαυτό μου και τον κόσμο, κι όπως ακριβώς ο Παύλος στο ψυχιατρείο, ξανάβρισκα στο σανατόριο τον εαυτό μου, όπως μπορεί να πει κανείς. Όπως κάθε τόσο οι ψυχίατροι στο τέλος-τέλος κατέστρεφαν τον Παύλο, κι όμως μετά τον ξαναστήλωναν στα πόδια του, έτσι και μένα κάθε τόσο με κατέστρεφαν οι πνευμονολόγοι και με ξαναστήλωναν στα πόδια μου[…]»

«Όπως άλλοι προσπαθούν συνεχώς ή και σε όλη τους τη ζωή να αποκτήσουν και να εξασφαλίσουν μια λίγο-πολύ μεγάλη περιουσία ή μια λίγο-πολύ μεγάλη τέχνη ή τη μεγάλη τέχνη, και την περιουσία αυτή και την τέχνη αυτή, όσο ζουν, τολμούν και τις εκμεταλλεύονται με όλα τα μέσα και σε όλες τις περιστάσεις και τις κάνουν το μοναδικό περιεχόμενο της ζωής τους, κι ο Παύλος εξασφάλισε την τρέλα του για όλη του τη ζωή και την κράτησε και την εκμεταλλεύτηκε και την έκανε περιεχόμενο της ζωής του σε όλες τις περιστάσεις και με όλα τα μέσα, όπως εγώ τη φυματίωσή μου, όπως εγώ την τρέλα μου, όπως εγώ τελικά ας πούμε την τέχνη μου από αυτή τη φυματίωση και από αυτή την τρέλα.»

«…ενώ πάντα καταλήγαμε ο ένας μακριά από τον άλλο στα αντίστοιχα για τον καθένα νοσοκομεία [στα τρελοκομεία ο Παύλος, στα σανατόρια εγώ], το χιλιαενιακοσιαεξηνταεπτά καταλήξαμε ξαφνικά ταυτόχρονα κι οι δυο στο Βιλελμίνενμπεργκ και στο Βιλελμίνενμπεργκ βαθύναμε τη φιλία μας.»

«Μετά από πολλά χρόνια αθέλητης αποχής από τη φιλία, είχα ξαφνικά και πάλι έναν πραγματικό φίλο που κατανοούσε ακόμη και τις πιο τρελές απερισκεψίες του κεφαλιού μου, που ήταν αρκετά περιπλεγμένο και καθόλου απλό, και τολμούσε να αφεθεί στις πιο τρελές απερισκεψίες του κεφαλιού μου, ενώ κανένας γύρω μου δεν είχε ποτέ αυτή την ικανότητα, γιατί άλλωστε δεν είχαν και τη θέληση.»

«…ο Παύλος πετούσε τον διανοητικό του πλούτο αδιάκοπα από το παράθυρο, όπως τον χρηματικό του πλούτο, αλλά ενώ ο χρηματικός του πλούτος πολύ γρήγορα πετάχτηκε οριστικά και εξαντλήθηκε, ο διανοητικός του πλούτος ήταν πράγματι ανεξάντλητος. Τον πετούσε αδιάκοπα από το παράθυρο και (ταυτόχρονα) πολλαπλασιαζόταν, κι όσο περισσότερο πετούσε τον διανοητικό του πλούτο από το παράθυρο (της κεφαλής του), τόσο αυξανόταν αυτός, αυτό είναι το γνώρισμα τέτοιων ανθρώπων που αρχικά είναι τρελοί και στο τέλος τους λένε παράφρονες, ότι πετούν όλο και περισσότερο, αδιάκοπα, τον πλούτο του μυαλού τους από το παράθυρο (της κεφαλής τους) και ταυτόχρονα πολλαπλασιάζεται στο κεφάλι τους ο πλούτος του μυαλού τους με την ίδια ταχύτητα που τον πετούν από το παράθυρο (της κεφαλής τους)».

[…] Έναν αιώνα οι Βίτγκενστάιν παρήγαγαν όπλα και μηχανές, έως ότου παρήγαγαν τελικά και τελειωτικά τον Λούντβιχ και τον Παύλο, τον διάσημο φιλόσοφο που άφησε εποχή και τον όχι λιγότερο διάσημο και ίσως ακόμη πιο διάσημο τρελό, στη Βιέννη τουλάχιστον, ο οποίος στην ουσία ήταν το ίδιο φιλοσοφημένος όσο και ο θείος του Λούντβιχ, όπως αντίστροφα ο φιλοσοφημένος Λούντβιχ ήταν τόσο τρελός όσο και ο ανιψιός του Παύλος[…]»

«Ο ένας, ο Λούντβιχ, ήταν ίσως πιο φιλοσοφημένος, ο άλλος ο Παύλος, ίσως πιο τρελός, αλλά μπορεί να πιστεύουμε ότι ο ένας, ο φιλοσοφημένος Βίτγκενστάιν, είναι αυτός ο φιλόσοφος μόνο γιατί έβαλε τη φιλοσοφία του πάνω στο χαρτί και όχι την τρέλα του και πως ο άλλος, ο Παύλος, ήταν ο τρελός, γιατί καταπίεσε τη φιλοσοφία του και δεν την δημοσίευσε κι έδειξε μόνο την τρέλα του στον κόσμο. Και οι δυο ήταν πέρα για πέρα ασυνήθιστα μυαλά[…] Το επίπεδο του φιλοσόφου Λούντβιχ είχε φθάσει χωρίς αμφιβολία ο τρελός Παύλος, ο ένας αποτελεί πέρα για πέρα μια κορυφή της φιλοσοφίας και της ιστορίας του πνεύματος, ο άλλος πέρα για πέρα μια κορυφή στην ιστορία της τρέλας, εάν με τη φιλοσοφία ως φιλοσοφία, με το πνεύμα ως πνεύμα και με την τρέλα θέλουμε να προσδιορίσουμε αυτό που τα ίδια προσδιορίζουν: διεστραμμένες ιστορικές έννοιες.»

____________________________________________

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί μια σύνθεση δανείων από το βιβλίο-πρόγραμμα
της παράστασης Ρίττερ, Ντένε, Φος της  «νέας Σκηνής» του Λευτέρη Βογιατζή (Μάρτιος 1991).       
   


 Ρίττερ - Ντένε - Φος
Όλια Λαζαρίδου - Λυδία Κονιόρδου - Λευτέρης Βογιατζής
______________________________________________


Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Η μορφή του αφυπνιζομένου πνεύματος είναι η λατρεία


Απόσπάσματα από το βιβλίο:

Ludwig Wittgenstein
γλώσσα
μαγεία
τελετουργία

εισαγωγή
μετάφραση
σχόλια
Κωστή Μ. Κωβαίου

εκδόσεις Καρδαμίτσα
Αθήνα 1990

[Βιβλίο Ι «Παρατηρήσεις πάνω στο Χρυσό κλωνί του Frazer» του L. Wittgenstein]

_____________________________________



 Ο Wittgenstein μαζί με τους μαθητές του ως δάσκαλος σε αγροτικό χωριό

___________________________________________


Κανένα φαινόμενο δεν είναι εν εαυτώ μυστηριώδες. Οποιοδήποτε όμως μπορεί να γίνει μυστηριώδες για μας, κι αυτό είναι ακριβώς που χαρακτηρίζει το αφυπνιζόμενο ανθρώπινο πνεύμα: το ότι ένα φαινόμενο αποκτά ξαφνικά σημασία. (σελ.32)

[…] Ένα βιβλίο ανθρωπολογίας θα μπορούσε ν’ αρχίζει ως εξής: Παρατηρώντας τη ζωή και τη συμπεριφορά των ανθρώπων πάνω στη γη, βλέπει κανείς πως εκτός από τις ενέργειες που θα μπορούσε να ονομάσει ζωώδεις, τη λήψη της τροφής κλπ. κλπ., υπάρχουν και κάποιες που έχουν έναν ιδιάζοντα χαρακτήρα και που θα μπορούσαν να ονομαστούν τελετουργικές πράξεις.
      Τότε όμως είναι ανόητο να εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε πως το χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτών των ενεργειών είναι ότι προέρχονται από εσφαλμένες αντιλήψεις γύρω από τη φυσική των πραγμάτων. (Αυτό κάνει ο Frazer, όταν λέει πως η μαγεία είναι στην ουσία εσφαλμένη φυσική, δηλαδή εσφαλμένη θεραπευτική, τεχνολογία κλπ).
      Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των τελετουργικών πράξεων δεν είναι κάποια άποψη ή κάποια γνώμη – σωστή ή λάθος – μ’ όλο που κάποια γνώμη – μια πίστη – μπορεί αυτή η ίδια να είναι τελετουργική, ν’ ανήκει δηλαδή σε μια τελετουργία.

Αν θεωρούμε αυτονόητο ότι ο άνθρωπος τέρπεται με το να φαντάζεται πράγματα, δε θα πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε πως αυτή η φαντασία δεν είναι σαν καμιά ζωγραφιά ή κανένα γλυπτό, αλλά ένα περίπλοκο σύμπλεγμα ετερογενών στοιχείων: λέξεων και εικόνων. Μόνο έτσι θα πάψουμε να παραβάλλουμε το χειρισμό γραπτών ή ρητών σημείων προς το χειρισμό «νοητικών εικόνων» των γεγονότων.  

Πρέπει να οργώσουμε ολόκληρη τη γλωσσική επικράτεια. (σελ.33)

Ο Frazer θα ήταν ικανός να πιστέψει πως οι άγριοι πεθαίνουν από λάθος. (σελ.34)

Ο Frazer είναι πολύ πιο άγριος από τους περισσότερους αγρίους του, διότι αυτούς δεν τους χωρίζει τόσο μεγάλη απόσταση από ένα πνευματικό ζήτημα, όση χωρίζει έναν εγγλέζο του εικοστού αιώνα. Οι δικές του εξηγήσεις των πρωτογόνων εθίμων είναι πολύ χονδροειδέστερες από το νόημα των ίδιων των εθίμων.

Η ιστορική εξήγηση, η εξήγηση ως υπόθεση περί της εξέλιξης είναι μονάχα μία μορφή συμπερίληψης – σύνοψης – δεδομένων. Είναι εξίσου δυνατό να δούμε τα δεδομένα εν σχέση προς άλληλα και να τα συμπεριλάβουμε σε μια γενική εικόνα, δίχως  να το κάνουμε με τη μορφή μιας υπόθεσης περί της χρονικής εξέλιξης

Η ταύτιση των δικών μας θεών με τους θεούς άλλων λαών. Πείθουμε τους εαυτούς μας πως τα ονόματα έχουν το ίδιο νόημα.

«Έτσι ο χορός των λουλουδιών μιλάει για ένα νόμο μυστικό».[…] Όμως αυτό το νόμο, αυτή την ιδέα, μπορώ να παραστήσω με τη μορφή μιας υπόθεσης περί της εξέλιξης ή ίσως, κατ’ αναλογίαν προς το σχήμα ενός φυτού, μέσα από το σχήμα μιας θρησκευτικής τελετουργίας, αλλά και απλώς μέσα από την ομαδοποίηση των γεγονότων σε μιαν «εποπτική» παράσταση.

Η έννοια της εποπτικής παράστασης έχει για μας θεμελιώδη σημασία. Υποδηλώνει τη μορφή με την οποία παριστούμε, με την οποία βλέπουμε τα πράγματα. (Ένα είδος «κοσμοαντίληψης» που, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι τυπική των καιρών μας). […]

Αυτή η εποπτική παράσταση καθιστά δυνατό το είδος της κατανόησης που συνίσταται ακριβώς στο να «βλέπουμε τις διασυνδέσεις». Εξ ου και η σημασία της ανεύρεσης ενδιάμεσων περιπτώσεων.

Όμως σ’  αυτή την περίπτωση, ένας υποθετικός κρίκος δεν κάνει τίποτε άλλο απ’ το να στρέφει την προσοχή μας στην ομοιότητα, στον τρόπο που τα γεγονότα συνδέονται μεταξύ τους. Όπως ακριβώς μπορούμε να εξοικονίσουμε την εσωτερική σχέση του κύκλου προς την έλλειψη με το να μετατρέπουμε βαθμιαία την έλλειψη σε κύκλο. Όχι όμως για να ισχυριστούμε, πως στην πραγματικότητα, μια ορισμένη έλλειψη προέρχεται πραγματικά, ιστορικά, από έναν κύκλο (υπόθεση περί εξέλιξης), αλλά απλώς για να οξύνουμε το μάτι μας ως προς μια μορφική συνάφεια.
        Αλλά και την υπόθεση της εξέλιξης θα μπορούσα εξίσου να τη δω σαν έκφραση μιας μορφικής συνάφειας, και τίποτα περισσότερο. (σελ. 34,35)

Στη γλώσσα μας ενυπάρχει ενσωματωμένη μια ολόκληρη μυθολογία. (σελ.36)

Θα μπορούσε κανείς να πει «κάθε άποψη έχει τη γοητεία της», αλλά θα είχε λάθος. Το σωστό είναι να πει πως κάθε άποψη έχει σημασία για εκείνον που τη βλέπει σημαντική (χωρίς αυτό να σημαίνει πως τη βλέπει διαφορετικά απ’ ό,τι είναι). Και υπ’ αυτήν την έννοια κάθε άποψη είναι εξ ίσου σημαντική.

Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι την περιφρόνηση του άλλου για μένα πρέπει να την κάνω δική μου, να τη δω σαν ουσιώδες και σημαντικό κομμάτι του κόσμου, έτσι όπως τον βλέπω από τη δική μου σκοπιά. (σελ. 37)

Πιστεύω πως το χαρακτηριστικό γνώρισμα του πρωτογόνου είναι ότι δε δρα ακολουθώντας γνώμες (εν αντιθέσει με τα όσα πιστεύει ο Frazer). (σελ.38)

Κανένας κοινότυπος λόγος, άρα κανένας λόγος γενικώς, δε μπορεί να είναι εκείνο που ώθησε μερικές ανθρώπινες φυλές στο να λατρέψουν τη βαλανιδιά, αλλά το γεγονός ότι φυλή και βαλανιδιά βρίσκονταν ενωμένα σε μια κοινότητα ζωής.[…]

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι δεν ήταν η ένωση (της βαλανιδιάς και του ανθρώπου) που γέννησε αυτές τις τελετουργίες, αλλά κατά μίαν έννοια ο χωρισμός τους. Διότι η αφύπνιση της διάνοιας συμβαίνει ταυτόχρονα με τη απόσπαση από το αρχικό έδαφος, το αρχικό θεμέλιο της ζωής. (Σ’ αυτή τη φάση γεννιέται η επιλογή).
       Η μορφή του αφυπνιζομένου πνεύματος είναι η λατρεία. (σελ. 39)

Μπορούμε να εκφράσουμε τη διαφορά ανάμεσα σε μαγεία και επιστήμη λέγοντας ότι στην επιστήμη έχουμε πρόοδο, ενώ στη μαγεία όχι. Δεν υπάρχει τίποτα στην ίδια τη μαγεία που να προσδιορίζει την κατεύθυνση της εξέλιξής της. (σελ. 41)    
_________________________________

Ο τονισμός των γραμμάτων δεν είναι στο αρχικό κείμενο
_________________________________

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Η ειδωλολατρία της επιστήμης




Ludwig Wittgenstein. Photographed by Ben Richards 
____________________________________________

[…]Οι διαλέξεις γύρω από τα μαθηματικά αποτελούν μέρος της γενικής επίθεσης του Wittgenstein στην ειδωλολατρία της επιστήμης. Μάλιστα θεωρούσε αυτή τη συγκεκριμένη εκστρατεία ως το σημαντικότερο μέρος του αγώνα. «Σε κανένα θρησκευτικό δόγμα, η κακή χρήση των μεταφυσικών εκφράσεων δεν προξένησε τόσο κακό όσο στα μαθηματικά». Η «γοητεία» που ασκούσε η μεταφυσική των μαθηματικών ήταν ισχυρότερη … και ακόμη ισχυρότερη ήταν η επιρροή της στην ειδωλοποίηση της επιστήμης, που ήταν το χαρακτηριστικότερο σύμπτωμα, ίσως μάλιστα και συντελεστής της πολιτισμικής μας παρακμής.

Σκοπός του λοιπόν ήταν η καταστροφή αυτής της μεταφυσικής. (σελ. 420).

«Για μας τα μαθηματικά προβλήματα της λεγόμενης θεμελίωσης στηρίζουν τόσο τα μαθηματικά όσο και ο ζωγραφικός βράχος τον ζωγραφικό πύργο».
Η τεχνική του Wittgenstein συνίστατο στην εκ νέου περιγραφή του συνόλου των μαθηματικών, εις τρόπον ώστε η μεν μαθηματική λογική να εμφανίζεται ως φιλοσοφική διαστροφή, η δε εικόνα των μαθηματικών ως επιστήμης που ανακαλύπτει γεγονότα περί μαθηματικών αντικειμένων (αριθμών, συνόλων, …) να εξαλείφεται εντελώς. «Θα προσπαθήσω ξανά και ξανά, να δείξω ότι αυτό που λέγεται μαθηματική ανακάλυψη θα ήταν πολύ καλύτερα να λεγόταν μαθηματική επινόηση». Ο μαθηματικός δεν έχει τίποτε ν’ ανακαλύψει. Η μαθηματική απόδειξη δεν εξασφαλίζει την αλήθεια ενός συμπεράσματος. Μάλλον καθορίζει τη σημασία ορισμένων σημείων. Επομένως, ο «ανένδοτος» χαρακτήρας των μαθηματικών δεν έγκειται στη βεβαία γνώση μαθηματικών αληθειών, αλλά στο ότι οι μαθηματικές προτάσεις είναι γραμματικές. Αν κάποιος αρνηθεί ότι δύο συν δύο ίσον τέσσερα, δεν διαφωνεί με μιαν ευρέως αποδεκτή άποψη περί κάποιου γεγονότος· απλώς δείχνει ότι αγνοεί το νόημα των εμπλεκομένων όρων. (σελ. 422)[…]

 

Αναδημοσίευση μικρού μέρους της ανάρτησης «ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΦΥΪΑΣ» αποσπάσματα...

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Ray Monk, ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΦΥΪΑΣ, εκδόσεις SCRIPTA, Γ’ έκδοση, Αθήνα 2002.

 

από dip88

_____________________


 

 

Ben Richards. Photographed by Ludwig Wittgenstein

 

____________________________________________ 


Παρατήρηση: Ακόμα και από το πώς κάποιος μπορεί να είναι επικριτικός προς τον Wittgenstein ή ακόμα και να τον παρανοεί, ακόμα και από αυτούς τους τρόπους, αναδεικνύεται η σκέψη του Wittgenstein.

Και δεν μιλάμε εδώ για τον Wittgenstein, αλλά για την σκέψη. 

 *