Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Ο μαθητής του Wittgenstein, Jani Christou

*



*

Μουσική του Γιάννη Χρήστου για την τραγωδία του Αισχύλου, Πέρσες. Η πρώτη παράσταση δόθηκε στις 20 Απριλίου 1965 στο Φεστιβάλ Παγκόσμιου Θεάτρου στο Λονδίνο, σε σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν.

 * 

Τη νύχτα της 7ης προς την 8η Ιανουαρίου 1970 ο Γιάννης Χρήστου επέστρεφε στο σπίτι του έπειτα από γιορταστική έξοδο για την ονομαστική του εορτή (7 Ιανουαρίου - Σύναξις Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου) αλλά και τα γενέθλιά του (γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1926). Μαζί του, στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η σύζυγός του Θηρεσία Χωρέμη, βρίσκονταν δύο φιλικά τους ζευγάρια. Ο ζωγράφος Γρηγόρης Σεμιτέκολο με τη σύζυγό του πιανίστρια Νέλλη Σεμιτέκολο και ο μουσικολόγος και συνθέτης Στέφανος Βασιλειάδης, επίσης με τη σύζυγό του. Στη λεωφόρο Μεσογείων, εκεί που βρίσκεται σήμερα το νοσοκομείο «Ερρίκος Ντυνάν», η οδηγός χάνει ξαφνικά (;) τον έλεγχο του αυτοκινήτου, το οποίο κάνει ένα πατινάρισμα και ανατρέπεται με αποτέλεσμα να ανασυρθούν  νεκροί ο Χρήστου και η σύζυγος του Βασιλειάδη. Βαριά τραυματισμένη ανασύρθηκε η Θηρεσία Χωρέμη η οποία εξέπνευσε δέκα μέρες αργότερα στο νοσοκομείο, ενώ οι υπόλοιποι τρεις γλίτωσαν με τραύματα.    

**



Ο Γιάννης Χρήστου γεννήθηκε στη συνοικία «Ηλιούπολις» του Καΐρου στις 8 Ιανουαρίου του 1926 και μεγάλωσε στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου πήρε και τα πρώτα μαθήματα πιάνου σε ηλικία πέντε ετών. Ο πατέρας του, Ελευθέριος (Τέρης) Χρήστου, ήταν εύπορος βιομήχανος της ελληνικής παροικίας, ιδιοκτήτης εργοστασίου σοκολατοποιίας, και η μητέρα του, Καλλιόπη (Λιλίκα) Ταβερνάρη, κυπριακής καταγωγής, ήταν ποιήτρια αλλά και πνευματίστρια, γεγονός που ενδέχεται να συνέβαλε στις μετέπειτα καλλιτεχνικές, φιλοσοφικές και μεταφυσικές του ανησυχίες. Ο μουσικοκριτικός και μουσικολόγος Γιώργος Λεωτσάκος καταφέρεται με μένος εναντίον της μητέρας του συνθέτη και υποστηρίζει ότι η προσωπικότητά της ήταν «προβληματικότατη», τραυματίζοντας σε βάθος τον ψυχισμό και των δύο παιδιών της (Λεωτσάκος 1999).




Gina Bachauer (1913-1976)

Ο Χρήστου συνέχισε τις μουσικές του σπουδές με τη διάσημη πιανίστα Τζίνα Μπαχάουερ, η οποία στα 13-14 χρόνια του τον μύησε στα θεωρητικά της μουσικής. Ταυτόχρονα φοιτούσε στο αγγλικό δημοτικό σχολείο (1930-38) και στο αριστοκρατικό «Βικτώρια Κόλετζ» (1938-44).




Το 1939 οι γονείς του χώρισαν και ο δεκατριάχρονος Γιάννης μαζί με τον αδελφό του παρέμειναν με τον πατέρα τους, πράγμα ασυνήθιστο για την εποχή. Τελειώνοντας το σχολείο, ο πατέρας του τον έστειλε στην Αγγλία για να σπουδάσει οικονομικά, ελπίζοντας να αναλάβει στη συνέχεια τις οικογενειακές επιχειρήσεις, κάτι που ουδέποτε συνέβη. 




Ο Χρήστου, αν και πήρε τελικά το πτυχίο του στα οικονομικά, προτίμησε να σπουδάσει φιλοσοφία με τον Λούντβιχ Βιτγκενστάιν (γλωσσολογική λογική) και τον Μπέρτραντ Ράσελ (συμβολική λογική) στο Καίμπρητζ, από όπου αποφοίτησε το 1948 με δίπλωμα Ηθικών Επιστημών του Bachelor of Arts. Επίσης, σπούδασε ανώτερα θεωρητικά της μουσικής με διάφορους δασκάλους, ανάμεσά τους και ο Χανς Ρέντλιχ, μαθητής και βιογράφος του Άλμπαν Μπεργκ. Τις μουσικές του σπουδές τις συνέχισε στην Ιταλία (Σιένα, Γκάβι και Ρώμη, 1949-1953) με τους Βίτο Φράτσι στη σύνθεση και Μπρούνο Λαβανίνο στη μουσική για φιλμ. Την ίδια χρονική περίοδο ασχολήθηκε σε βάθος και με την αναλυτική ψυχολογία, επηρεαζόμενος και από τον αδερφό του, ο οποίος σπούδαζε εκείνη την εποχή στο Ινστιτούτο Γιουνγκ στη Ζυρίχη. Μάλιστα, ενδέχεται να παρακολούθησε εκεί κάποια μαθήματα ως ακροατής, τη χρονική περίοδο 1951-1954. Ο Μηλιώνης αναφέρει πως «οι σπουδές αυτές επηρέασαν βαθύτατα τον Γιάννη Χρήστου και του εδραίωσαν την πεποίθηση ότι μόνο από ακατανίκητη εσωτερική αναγκαιότητα θεμελιωμένη όμως σε φιλοσοφικές-μεταφυσικές βάσεις είχε νόημα να επιχειρεί κανείς να δημιουργήσει τέχνη» (Μηλιώνης χ.χ.).




Επιστρέφοντας στην Αίγυπτο αφοσιώθηκε στη σύνθεση, δουλεύοντας αρκετές ώρες την ημέρα. Το 1956 παντρεύτηκε την παιδική του φίλη Θηρεσία (Σία) Χωρέμη, ζωγράφο, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά. Την ίδια χρονιά σκοτώθηκε ο πολυαγαπημένος του αδερφός σε τροχαίο δυστύχημα, γεγονός που θα τον σημάδευε αφάνταστα για όλη του τη ζωή, προοιωνίζοντας ταυτόχρονα και ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας για τον ίδιο.

Το 1960, με τις εθνικοποιήσεις του Νάσερ, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια μαζί με τους περισσότερους εύπορους Έλληνες της Αιγύπτου. Εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Χίο, όπου είχε επίσης αρκετή οικογενειακή περιουσία. Στο σπίτι τους εγκατέστησε και την περίφημη βιβλιοθήκη του, η οποία περιείχε μεταξύ άλλων και πολλά βιβλία φιλοσοφίας, θρησκειολογίας, ανθρωπολογίας, ψυχολογίας, μαγείας, πνευματισμού, προϊστορίας και πρωτόγονων πολιτισμών, ιστορίας, λογοτεχνίας, τέχνης και μουσικής κλπ. Ένα από τα όνειρα του Γιάννη Χρήστου, το οποίο δυστυχώς έμεινε ανεκπλήρωτο, ήταν η οικοδόμηση στην Χίο ενός χωριού στον τοπικό αρχιτεκτονικό ρυθμό με υπαίθριο θέατρο κατάλληλο για τη διοργάνωση φεστιβάλ σύγχρονης μουσικής (Μαρίνος 2006). «Εκείνο το διάστημα προγραμμάτιζε ένα φεστιβάλ στα Φανά, μια εκπληκτική πλαγιά της Χίου. Η όλη σύλληψή του ήταν φοβερά εντυπωσιακή» (Τουλάτου 2002: 3).




Έως το τέλος της ζωή του ο Χρήστου διέμενε κυρίως στην Αθήνα. Η οικονομική του άνεση του προσέφερε τη δυνατότητα να μην χρειαστεί ποτέ να αναζητήσει εργασία σε Ωδεία (τα οποία δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα ως εκπαιδευτικό θεσμό) ή σε άλλους μουσικούς φορείς, ούτε να αναλάβει ποτέ θέση ευθύνης σε οποιοδήποτε μουσικό ίδρυμα ή επιτροπή, με εξαίρεση μία και μοναδική φορά, το 1962, ως μέλος κριτικής επιτροπής διαγωνισμού σύγχρονης μουσικής, τον οποίο διοργάνωνε ο Μάνος Χατζιδάκις.



Μάνος Χατζιδάκις (1925-1994)

 
Επί πολλά χρόνια δίσταζε να δώσει τα έργα του για εκτέλεση, δίσκους, ή έκδοση, καθώς φοβόταν να εμπιστευθεί την τόσο προσωπική μουσική του σε όποιον δεν είχε την ανάλογη φιλοσοφική καλλιέργεια και κατανόηση των νοημάτων των έργων του. Τα τελευταία ένα ή δύο χρόνια της ζωής του άλλαξε κάπως στάση, μιας και οι επιτυχίες από εκτελέσεις έργων του συσσωρεύονταν και έβλεπε ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι μπορούσαν να πλησιάσουν με το σωστό πνεύμα τις απόψεις του. Επίσης, εκείνη την περίοδο πυκνώνουν οι εκτελέσεις έργων του στο εξωτερικό, ξεκινώντας με τη Μουσική του Φοίνικα (1950) και την Πρώτη Συμφωνία (1951) στο Λονδίνο υπό την διεύθυνση του αρχιμουσικού Άλεκ Σέρμαν, το ορατόριο Πύρινες Γλώσσες στην Οξφόρδη το 1964, το αρχαίο αιγυπτιακό σκηνικό ορατόριο Μυστήριον (η ηχογράφηση ξεκίνησε το 1969 στην Κοπεγχάγη υπό τη διεύθυνση του Μιλτιάδη Καρύδη και ολοκληρώθηκε το 1970 μετά το θάνατο του συνθέτη), την Εναντιοδρομία για ορχήστρα (Όκλαντ Καλιφόρνιας, 1969), και τις Αναπαραστάσεις Ι (Μόναχο, 1968) και Αναπαραστάσεις ΙΙΙ (Μόναχο, 1969).



Η κυρία με τη στρυχνινη - παρτιτούρα

Η όλη φιλοσοφία του Χρήστου γύρω από τη μουσική σύνθεση εν γένει φαίνεται και μέσα από τα κείμενα που συνοδεύουν τις συνθέσεις του από το Μυστήριον και μετά, καθώς και μέσα από τα ανέκδοτα ημερολόγιά του που κρατούσε επί σειρά ετών. Ακόμη, ο Χρήστου είχε τη συνήθεια να καταγράφει λεπτομερέστατα τα όνειρα του, επιμελώς χρονολογημένα. Το μοναδικό αυτό υλικό αποτελεί τα λεγόμενα “dream files” (Λεωτσάκος 1999). «Σημείωνε επιμελέστατα τις σκέψεις του, τις μεθόδους εργασίας του και ιδίως τα όνειρά του επί χρόνια ολόκληρα, συγκεντρώνοντας έτσι ένα μεγάλο πλούτο έγγραφων μαρτυριών. Ανήκε ασφαλώς σ' εκείνους τους ανθρώπους που αφιερώνονται με το μεγαλύτερο πάθος στην αναζήτηση της καλλιτεχνικής έκφρασης ακολουθώντας διαδρομές ψυχο-μουσικές» (Μαρίνος 2006).
Ο Γιάννης Χρήστου σκοτώθηκε με τραγικό τρόπο σε τροχαίο δυστύχημα τη νύχτα της 8ης Ιανουαρίου 1970, κατά την επιστροφή του στο σπίτι από εορτασμό των γενεθλίων του. Στο ίδιο δυστύχημα σκοτώθηκε και η γυναίκα του, η οποία εξέπνευσε δέκα ημέρες αργότερα, αφήνοντας τα τρία τους παιδιά ορφανά. Κάτι που χρήζει αναφοράς είναι το γεγονός πως τους τελευταίους μήνες ο Χρήστου διαισθανόταν πως ο χρόνος της ζωής του λιγόστευε. Η μητέρα του σε μία συνέντευξη που έδωσε μετά το θάνατό του, ανέφερε μία συζήτηση που έγινε πριν ο γιος της πεθάνει, στην οποία τον ρώτησε αν ήθελε να πάει στη Χίο κάποιες μέρες για να ξεκουραστεί. Εκείνος της απάντησε: «Μα δεν καταλαβαίνετε ότι δεν μου μένει πολύς χρόνος και ότι πρέπει να τελειώσω το έργο μου(Μαρίνος 2006).



To σεληνιακό πρότυπο και η σεληνιακή εμπειρία:

Κατά την τέταρτη περίοδο της δημιουργικής του πορείας, ο Χρήστου αναπτύσσει την αρχή του Φοίνικα μεταφέροντας το πρότυπο γένεση – ανάπτυξη – καταστροφή – γένεση σε μία άλλη Βάση, αυτή της λεγόμενης Σεληνιακής εμπειρίας. Το πρότυπο, το ονομάζει Σεληνιακό Πρότυπο. Στην ουσία, εμπλουτίζει το πρότυπο της ανανέωσης (Αρχή του Φοίνικα) με το φόβο της διακοπής του (Σεληνιακή εμπειρία - έκλειψη). 




Παράδειγμα 4. Η Κυρία με τη Στρυχνίνη, το σεληνιακό πρότυπο.

Σύμφωνα με τον Χρήστου, το σεληνιακό σχέδιο περιγράφει την κανονική διαδοχή των φάσεων του φεγγαριού, οι οποίες, από τα βάθη της ανθρώπινης προϊστορίας, χρησίμευαν ως ένα πρότυπο για τις συνεχώς επαναλαμβανόμενες, ζωτικής σημασίας διαδικασίες της ζωής: γέννηση – αύξηση – καταστροφή – διακοπή (Lucciano 2000). Η σεληνιακή διαδικασία μπορεί να διακοπεί μόνο με την έκλειψη, μια απειλή της ξαφνικής μοίρας που είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς πότε θα «χτυπήσει» ξανά. Η σεληνιακή έκλειψη εκλαμβάνεται ως αρχετυπική εικόνα της καταστροφής που προκαλεί το φόβο λόγω της απουσίας κάποιας ένδειξης σχετικής με το πότε θα ξεσπάσει (Sakallieros & Kyriakos 2008). Ο Βλαγκόπουλος (2006) αναφέρει πως ο Χρήστου αντιλαμβάνεται το στοιχείο της έκλειψης ως μια διακοπή έξω από κάθε λογική: «Η μουσική του πια εκφράζει τον τρόμο της απότομης διακοπής της επιστροφής του κύκλου». Και με αυτή τη διακοπή εννοεί το θάνατο. Μεταθέτει, δηλαδή, το στοιχείο της έκλειψης στο μεταφυσικό φόβο του θανάτου.




Παράδειγμα 5. Η Κυρία με τη Στρυχνίνη μέσα από το σεληνιακό πρότυπο (Sakallieros & Kyriakos 2008: 8)


*



Το σεληνιακό πρότυπο

Το τελετουργικό στοιχείο

Ο ίδιος ο συνθέτης χαρακτηρίζει το έργο ως «μια τελετουργία για το όνειρο» (Christou 1973). Δικαίως, αφού αυτή η αίσθηση διακατέχει τον ακροατή από την πρώτη στιγμή. Ο Χρήστου, με τις σκηνικές-μουσικές πράξεις που ορίζει στους εκτελεστές, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα κλίμα άκρως τελετουργικό και να «μυήσει» σε αυτή τη διαδικασία και τους ακροατές, χωρίς απαραίτητα να είναι γνώστες μουσικών στοιχείων. Άλλωστε, στο κείμενό του «Ένα ‘πιστεύω’ για τη μουσική» (1966: 146) ο ίδιος αναφέρει: «Μουσική χωρίς νοήματα για ένα πρόσωπο, ενδέχεται όχι μόνον να είναι έγκυρη για ένα άλλο, αλλά μπορεί να το πλήξει με τη δύναμη της αποκάλυψης (λ.χ μπορεί ένα άτομο ν’ ακούει μια μουσική και να μην μπορεί να τη συνδέσει με τίποτε απ’ όλα όσα του είναι ως τώρα γνωστά. Ωστόσο έχει τη διαίσθηση πως κάτι τον αγγίζει.)». Και αυτό το επιτυγχάνει στο έπακρον. Βέβαια, στην προκείμενη περίπτωση, δεν υπάρχει επιχείρημα για να πειστεί ο αναγνώστης, παρά μόνον η εμπειρία που μπορεί να βιώσει παρακολουθώντας το έργο.


πηγή: Η κυρία με τη στρυχνίνη 

*




Σύδεσμος:


«H Kυρία με τη Στρυχνίνη και η Mεγάλη Eυνουχίστρια Mεσογειακή Θεά-Mητέρα...», Λεωτσάκος Γ., Ζητήματα Νεοελληνικής Μουσικής Ιστορίας, Τ.Μ.Σ. Ιονίου Πανεπιστημίου




7 σχόλια:

  1. Έχει ειπωθεί πως τα περισσότερα έργα του Γιάννη Χρήστου δεν είναι γραμμένα για να ακούγονται, αλλά για να παρακολουθούνται μόνο ζωντανά (performing art). Πως είχε συγκεκριμένο οπτικό-ακουστικό όραμα για κάθε έργο του, γι’ αυτό και όπως αναφέρεται στο παραπάνω κείμενο, δεν τα έδινε σε άλλους να τα ανεβάζουν. Η όποια δισκογραφία έχει κυκλοφορήσει και οι όποιες εκτελέσεις των έργων του, μετά τον θάνατό του, δεν γνωρίζουμε αν θα είχαν την έγκρισή του και αν τελικά είναι αυτό που θα ήθελε να δούμε και να ακούσουμε ο ίδιος ο δημιουργός τους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ως προς την ανίχνευση ορατών επιρροών της σκέψης του Wittgenstein στον Χρήστου, αξιοσημείωτη είναι η συγγένεια των εννοιών του γλωσσικού «παιγνίου» και των «κανόνων» του W. με τους κεντρικούς όρους «πράξη» και «μετάπραξη» στο ώριμο έργο του Χρήστου. (Π. Βλαγκόπουλος)
    _

    Στις λεγόμενες performing arts:

    Κάθε δράση που απαιτεί από τον εκτελεστή της να προχωρήσει πέρα από την τρέχουσα λογική του μέσου στο οποίο ανήκει, που απαιτεί απ’ αυτόν να προχωρήσει πέρα από τη λογική του πεδίου δράσης του, η δράση αυτή είναι μία “μετάπραξη” και είναι σκόπιμα “μη χαρακτηριστική”. Αντίστροφα, μία δράση που συμμορφώνεται με την τρέχουσα λογική του μέσου αυτού, εφόσον είναι σκόπιμα “χαρακτηριστική” είναι μία “πράξη”

    Για παράδειγμα ένας αρχιμουσικός που διευθύνει σε μία συναυλία, αυτό είναι μία πράξη. Αν όμως του ζητηθεί επίσης να περπατά γύρω-γύρω, να μιλά, να φωνάζει, να ουρλιάζει, να χειρονομεί ή να εκτελεί οποιαδήποτε άλλη δράση που δεν συνδέεται αυστηρά με τη δουλειά του ως αρχιμουσικού, αυτό θα μπορούσε να είναι μία μετάπραξη.

    Από την άλλη πλευρά, αν από ένα ηθοποιό ή χορευτή που παίρνει μέρος σε ένα έργο “μικτών μέσων” (αγγλ. mixed media) ζητηθεί να ουρλιάξει, να γελάσει, να κινηθεί ένα γύρω, να χορέψει, να κάνει χειρονομίες ή οτιδήποτε άλλο, τότε ο ηθοποιός αυτός θα μπορούσε να εκτελεί μία πράξη, αλλά όχι μία μετάπραξη.

    Το ζήτημα μπορεί να τεθεί με διαφορετικούς τρόπους. Π.χ. η σχέση ανάμεσα στη πράξη και στην μετάπραξη αντιστοιχεί στη σχέση ανάμεσα στη φυσική και στην μεταφυσική. Αυτό δεν σημαίνει πως μία μετάπραξη είναι “μεταφυσική” αλλά ότι ακριβώς όπως δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε την μεταφυσική με τη λογική της φυσικής, κατά τον ίδιο τρόπο δεν μπορούμε να βιώσουμε μία μετάπραξη με την λογική της πράξης. Μία μετάπραξη είναι “πέρα” από την πράξη αλλά όχι ανεξάρτητη από αυτήν.
    Κι αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ακριβώς όπως η μεταφυσική , αν έχει καν κάποιο νόημα, αυτό συμβαίνει εξαιτίας της “αντίθετης” αντίληψης, δηλαδή της φυσικής, έτσι και η μετάπραξη έχει νόημα μόνο και μόνο σε συνάρτηση με το “αντίθετό” της, την πράξη.

    Αν εξακολουθούσαμε τον παραλληλισμό, μία έσχατη συνειδητοποίηση θα μπορούσε να είναι η ταύτιση της πράξης με την μετάπραξη σε μία ένωση αντιθέτων, έτσι ώστε μία μετάπραξη να μην έχει κανέναν επιπλέον λόγο για να διαφέρει από την “πράξη”. Εννοείται ότι η πρόταση αυτή δίνει φανερά στόχο σε ερωτήσεις του είδους: “Μα τότε, καταρχήν προς τι όλη αυτή η ιστορία της μετάπραξης; Όμως είναι εξίσου φανερό πως η μόνη απάντηση στις ερωτήσεις αυτές είναι η σιωπή. (Από το βιβλίο της Anna Martine Lucciano “Γιάννης Χρήστου”.Μετάφραση Γιώργος Λεωτσάκος)

    Ο Klaus Angermann, στο άρθρο του "Der Anschlag auf die Logik" στο Πρόγραμμα αφιερώματος στον Γ. Χρήστου (Hamburg 1993) γράφει:

    "Η τελική πρόταση από το Tractatus του W. θα μπορούσε, στην περίπτωση του Χρήστου, να τροποποιηθεί ως εξής : Ότι δεν μπορεί κανείς να συλλάβει μουσικά, δεν πρέπει ούτε να το συνθέτει."

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αξιοσημείωτες αναλογίες, μπορούμε όμως να ανιχνεύσουμε και στις βιογραφίες των Wittgenstein και Χρήστου.

    Και οι δύο προέρχονταν από εξαιρετικά εύπορες οικογένειες. Και οι δύο προορίζονταν από τις οικογένειές τους να συνεχίσουν τις οικογενειακές επιχειρήσεις και στάλθηκαν να σπουδάσουν οικονομικά. Και οι δύο άλλαξαν αντικείμενο σπουδών, όπως και αρκετά αντικείμενα σπουδών, ως, αν μη τι άλλο, ανήσυχα πνεύματα. Και οι δυο είχαν αδελφούς που διέπρεψαν στους τομείς με τους οποίους ασχολήθηκαν, ο καθένας μέσα στην τραγικότητά του. Ο Καρλ Βίτγκενστάιν, ο αδελφός του Λούντβιχ, έγινε ο διάσημος μονόχειρας πιανίστας για τον οποίο έγραψαν κοντσέρτα μουσουργοί όπως ο Μορίς Ραβέλ και ο Σεργκέι Προκόφιεβ. Ο επίσης πρόωρα χαμένος Έβης Χρήστου, ο αδελφός του Γιάννη, ο συγγραφέας του μοναδικού βιβλίου The logos of the Soul (εκδ. Dunquin, Zυρίχη, 1963), ήταν ο χριστιανός μυστικιστής φιλόσοφος, που πέθανε σαν ένας από τους μεγάλους αλχημιστές, ολομόναχος, πριν από το Magnum Opus. Tάφηκε μόνος του - χαρακτηριστικό της απόλυτης μοναξιάς του – έχοντας προβλέψει το θάνατό του.

    Τόσο ο Wittgenstein, όσο και ο Χρήστου, τέλος, είχαν την τάση ο πρώτος να μην δημοσιεύει εύκολα τα έργα του (μόνο το Τρακτάτους εκδόθηκε όσο ζούσε) ο δεύτερος να μην τα δίνει για παρουσιάσεις και για ηχογραφήσεις παρά μόνο προς το τέλος της σύντομης ζωής του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Εξαιρετική ανάρτηση. Πραγματική αποκάλυψη..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ευχαριστώ Jani! Έτσι λειτουργεί και σε μένα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Καλημέρα!
    Πραγματικά μια ανάρτηση που "σπάει τη χρονοκάψουλα", από αυτές που σπανίζουν στο διαδίκτυο, για μια πολύπλευρη προσωπικότητα αναβαθμών του φωτός, απόλυτα εξοικιωμένη με το σκότος τόσο όσο να το τιθασεύει...
    Η μουσική του για τους "Πέρσες" αποκαλύπτει στενή ποιητική συγγένεια με τον Αισχύλο, ενώ εξίσου μπορεί να σταθεί πλάι στους εσωτερικούς κραδασμούς μιας κορυφής της Ίδης...

    Καλή αρχή σε ουσιώδεις διαδρομές, την αγάπη μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ευχαριστώ Ανώνυμε. Όλες οι διαδρομές με οδηγούν τελικά στη Φλέγρα, για την οποία αναχωρώ αύριο – μετά από πολλές ανακατατάξεις αποφάσεων – προκειμένου να εγκατασταθώ στο νότιο άκρο του βράχου που ακόμα καταπλακώνει τον Γίγαντα Εγκέλαδο. Ελπίζω να στεριώσω για λίγο εκεί, στο φλέγον μέτωπο που ο πόλεμος με τους ολύμπιους μαίνεται ακόμα. Τα χρυσορυχεία της Νέας Κίρκης βρίσκονται μακριά, κι έτσι δεν κινδυνεύω άμεσα από τα γουρούνια που την υπηρετούν.

    Έχεις κι εσύ την αγάπη μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή